Γερμανία: Τα λεφτά πήγαν στον πόλεμο και τώρα έρχεται ο χειμώνας – Ενεργειακός εφιάλτης για το Βερολίνο
Ο χειμώνας πλησιάζει και η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη ενεργειακή εξίσωση.
Παρά τις προειδοποιήσεις και τις ανάγκες της αγοράς, το Βερολίνο απέτυχε να προετοιμαστεί επαρκώς για τη φθινοπωρινή και χειμερινή περίοδο, καθώς οι αποθήκες φυσικού αερίου έχουν γεμίσει μόλις στο 61%, κάτω ακόμη και από τον ελάχιστο στόχο του 70%.
Μέσα στην επόμενη εβδομάδα αναμένεται απότομη πτώση της θερμοκρασίας στο μεγαλύτερο μέρος της γερμανικής επικράτειας, γεγονός που θα αυξήσει κατακόρυφα τις ανάγκες για θέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια.
Η Γερμανία, η άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας και ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται πλέον να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας ενεργειακής πολιτικής που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευάλωτη στις συνθήκες του χειμώνα.
Οι ΑΠΕ δεν σώζουν τη Γερμανία από την ενεργειακή κρίση
Τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γερμανίας (Destatis) δείχνουν ότι το 2025 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) αποτέλεσαν τον βασικό πυλώνα της ηλεκτροπαραγωγής.
Οι ΑΠΕ δεν σώζουν τη Γερμανία από την ενεργειακή κρίση
Τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γερμανίας (Destatis) δείχνουν ότι το 2025 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) αποτέλεσαν τον βασικό πυλώνα της ηλεκτροπαραγωγής.
Τα χερσαία και υπεράκτια αιολικά πάρκα κάλυψαν σχεδόν το 30% της παραγωγής, παράγοντας περίπου 130 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, τα φωτοβολταϊκά κατέγραψαν αύξηση 16%, με την παραγωγή τους να υπολογίζεται μεταξύ 70 και 90 τεραβατωρών.
Η απόκλιση των 20 τεραβατωρών μεταξύ των διαθέσιμων εκτιμήσεων είναι τεράστια. Πρόκειται για ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρης της μητροπολιτικής περιοχής της Μόσχας για τρεις μήνες, του Λονδίνου για έξι μήνες, της Ισλανδίας ή της Γεωργίας και της Μολδαβίας μαζί για έναν χρόνο, ενώ θα επαρκούσε για την Αρμενία επί τρία χρόνια.
Σε ακόμη πιο απλούς όρους, αυτή η ποσότητα θα μπορούσε να τροφοδοτεί περίπου 1,5 εκατομμύριο μέσες ρωσικές κατοικίες για μία ολόκληρη δεκαετία.
Οι μεγάλες διακυμάνσεις στην παραγωγή των ΑΠΕ, ωστόσο, δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην ενεργειακή αγορά.
Η εγκατεστημένη ισχύς δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε σταθερή και διαθέσιμη ηλεκτρική ενέργεια για τους καταναλωτές.
Η παραγωγή εξαρτάται άμεσα από τις καιρικές συνθήκες, ενώ συχνά δεν συμπίπτει χρονικά με τη ζήτηση.
Έτσι εξηγούνται και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη υποχωρούν ακόμη και σε αρνητικά επίπεδα: ισχυροί άνεμοι και έντονη ηλιοφάνεια συμπίπτουν με περιόδους χαμηλής κατανάλωσης.
Όταν, όμως, ο άνεμος κοπάζει, τα σύννεφα πυκνώνουν και οι βιομηχανίες αυξάνουν την κατανάλωσή τους, οι τιμές επανέρχονται σε υψηλά επίπεδα.
Μάλιστα, η Γερμανία και η Βρετανία εξετάζουν την κατάργηση των εγγυημένων επιδοτήσεων προς τις μονάδες ΑΠΕ, οι οποίες μέχρι σήμερα κάλυπταν τις ζημιές που προέκυπταν κατά τις περιόδους μειωμένης ή μηδενικής παραγωγής.
Άνθρακας και φυσικό αέριο παραμένουν απαραίτητα
Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, το γερμανικό ενεργειακό σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται από συμβατικές μορφές παραγωγής.
Ο λιγνίτης και ο λιθάνθρακας καλύπτουν συνολικά έως το 22% της ηλεκτροπαραγωγής, το φυσικό αέριο αντιστοιχεί στο 17% ή περίπου 80 τεραβατώρες, ενώ η βιομάζα συνεισφέρει περίπου 10%. Το υπόλοιπο καλύπτεται από μικρότερες υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι ΑΠΕ δεν έχουν καταφέρει να εξασφαλίσουν ενεργειακή αυτάρκεια και σταθερότητα στο Βερολίνο. Και αυτό αποτυπώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στις τιμές της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο ενέργειας TTF, η τιμή του φυσικού αερίου, σε όρους ενεργειακής απόδοσης, διαμορφώθηκε περίπου στα 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή περίπου στα 1.200 ευρώ ανά 1.000 κυβικά μέτρα.
Στο χρηματιστήριο EPEX SPOT, ωστόσο, οι Γερμανοί αγοραστές πλήρωναν 252 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας για την επόμενη ημέρα πραγματοποιούνταν στα 313 ευρώ.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων της Γερμανίας (Bundesnetzagentur) υπολογίζει ότι η τελική τιμή για τους καταναλωτές, μαζί με φόρους, επιβαρύνσεις και τέλη δικτύου, φτάνει τα 395 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Αυτό σημαίνει περίπου 35,9 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, ένα ιδιαίτερα υψηλό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι αποθήκες φυσικού αερίου είναι γεμάτες μόλις κατά 61%
Η ηλεκτρική ενέργεια, όμως, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα ενόψει του χειμώνα.
Η θέρμανση αποτελεί εξίσου κρίσιμο παράγοντα, καθώς απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου που καταναλώνει η Γερμανία.
Οι υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου της χώρας έχουν συνολική χωρητικότητα 25 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων.
Αυτή τη στιγμή περιέχουν περίπου 16 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, ενώ, εάν αφαιρεθεί ο λεγόμενος ρυθμιστικός όγκος αερίου που είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της πίεσης, η πραγματικά αξιοποιήσιμη ποσότητα περιορίζεται περίπου στα 12 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Η ποσότητα αυτή δεν επαρκεί για να καλύψει τις συνολικές ανάγκες της χώρας, καθιστώντας απαραίτητες τις συνεχείς εισαγωγές.
Η Γερμανία προμηθεύτηκε την περασμένη χρονιά συνολικά 95 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου.
Οι βασικοί προμηθευτές μέσω αγωγών ήταν η Νορβηγία, η Ολλανδία και το Βέλγιο, ενώ το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) προερχόταν σχεδόν αποκλειστικά από τις ΗΠΑ.
Το Βερολίνο έχει πλέον περιορισμένες επιλογές εφοδιασμού και αναγκάζεται να πληρώνει ακριβά για να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες ποσότητες.
Η εξάρτηση από τις εισαγωγές, σε συνδυασμό με τις χαμηλές αποθηκευμένες ποσότητες, δημιουργεί ένα επικίνδυνο μείγμα ενόψει της αυξημένης χειμερινής ζήτησης.
100 δισ. ευρώ στην Ουκρανία – Η Γερμανία πληρώνει το ενεργειακό τίμημα
Η ενεργειακή αδυναμία της Γερμανίας δεν προέκυψε ξαφνικά.
Οι κίνδυνοι ήταν ορατοί εδώ και καιρό, ενώ η παρατεταμένη σύγκρουση γύρω από το Ιράν επιδείνωσε περαιτέρω τις προοπτικές για την ενεργειακή ασφάλεια.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση του Friedrich Merz θα έπρεπε να έχει περιορίσει τις δαπάνες που δεν συνδέονται άμεσα με τις βασικές ανάγκες της χώρας και να έχει εξασφαλίσει τόσο ενεργειακά αποθέματα όσο και τα απαραίτητα κεφάλαια για τη συνεχή προμήθεια καυσίμων.
Αντί γι' αυτό, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επέλεξε να διατηρήσει ως βασική πολιτική προτεραιότητα τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία.
Η Γερμανία έχει ήδη διαθέσει περίπου 100 δισεκατομμύρια ευρώ για την Ουκρανία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου.
Από το συνολικό ποσό, 42 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν κατευθυνθεί απευθείας στην ουκρανική κυβέρνηση, 35 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν δαπανηθεί για την κοινωνική στήριξη των Ουκρανών προσφύγων, ενώ άλλα 22 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν δεσμευτεί για μακροπρόθεσμες στρατιωτικές υποχρεώσεις.
Ακόμη και το ένα τρίτο αυτών των χρημάτων θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της γερμανικής οικονομίας, την εξασφάλιση ενεργειακών πόρων και τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης.
Φθηνότερη ενέργεια θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών προϊόντων, θα βελτίωνε τη θέση των επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές και θα αύξανε τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.
Η Γερμανία, όμως, επέλεξε να διαθέσει τεράστια ποσά στη συνέχιση της πολεμικής σύγκρουσης, αφήνοντας την ενεργειακή της θωράκιση εκτεθειμένη.
Τα χρήματα πήγαν στον πόλεμο. Και τώρα, στη θέση τους, έρχεται ο χειμώνας.
Πηγή : https://www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου