Ελαττωματικά πυρομαχικά, ανεκτέλεστες συμβάσεις, αδικαιολόγητες υπερτιμολογήσεις και συμφωνίες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων συνθέτουν την εικόνα του συστήματος αμυντικών προμηθειών στην Ουκρανία. Πρόκειται για ένα σύστημα που περιγράφεται ως διάτρητο από κακοδιαχείριση και διαφθορά, με απάτες δισεκατομμυρίων. Απόρρητοι έλεγχοι αποκαλύπτουν ότι, μόνο το 2024, η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισ. δολάρια, ενώ εταιρείες συνέχισαν να εξασφαλίζουν νέες δουλειές παρά τις ποινικές έρευνες, τις συλλήψεις στελεχών και την αποτυχία τους να εκτελέσουν προηγούμενες συμβάσεις, σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times.
Όλα αυτά συνέβαιναν την ώρα που ο ουκρανικός στρατός είχε άμεση ανάγκη από όπλα και πυρομαχικά και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απηύθυνε συνεχείς εκκλήσεις στους συμμάχους για περισσότερη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Μάλιστα, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας απομάκρυνε τον πρώην υπουργό Άμυνας, Μιχάιλο Φεντόροφ, ο οποίος επιχείρησε να ελέγξει τη διαφθορά στις προμήθειες όπλων και να αναμορφώσει το σύστημα. Η επίσημη αιτιολογία για την απομάκρυνσή του, η οποία προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και διαδηλώσεις στην Ουκρανία, ήταν πως ο Φεντόροφ βρισκόταν σε σύγκρουση με τη στρατιωτική ηγεσία, γεγονός που καθιστούσε μη λειτουργική την παρουσία του στην ηγεσία του υπουργείου.
Ελαττωματικά βλήματα στο μέτωπο και το βαθύ δίκτυο προμηθειών
Καθώς οι ρωσικές δυνάμεις επιτίθεντο στις πρώτες γραμμές των χαρακωμάτων στην ανατολική Ουκρανία το 2024, το ουκρανικό πυροβολικό επιχείρησε να απαντήσει. Ωστόσο, αντί τα βλήματα να εκραγούν κοντά στις προελαύνουσες δυνάμεις, είτε έπεφταν από τους σωλήνες εκτόξευσης είτε προσγειώνονταν με έναν υπόκωφο γδούπο, σηκώνοντας μικρά σύννεφα σκόνης. Όπως αποδείχθηκε, εγχώριο εργοστάσιο όπλων είχε προμηθεύσει τον στρατό με χιλιάδες ελαττωματικά βλήματα όλμων.
Ο επικεφαλής του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν, συνελήφθη τελικά και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε μία από τις πιο προβεβλημένες υποθέσεις απάτης στην αμυντική βιομηχανία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ωστόσο, ακόμη και όταν οι αρμόδιοι διαπίστωσαν ότι τα όπλα παραδίδονταν ελαττωματικά, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας εξακολούθησε να αναθέτει νέες συμβάσεις στο εν λόγω εργοστάσιο.
Η υπόθεση αναδεικνύει την έκταση της διαφθοράς εν μέσω πολεμικής περιόδου. Σύμφωνα με τη «New York Times», επτά από τους δέκα μεγαλύτερους στρατιωτικούς προμηθευτές της χώρας εξασφάλισαν νέες συμβάσεις, παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη ποινικές έρευνες για απάτη, είχαν αποτύχει να εκπληρώσουν προηγούμενες συμφωνίες ή είχαν συλληφθεί διευθύνοντες σύμβουλοί τους. Αυτό προκύπτει από ελέγχους, δικαστικά έγγραφα και δημοσιεύματα ουκρανικών μέσων ενημέρωσης. Ο Σίμαν, για παράδειγμα, αποτελούσε ήδη αντικείμενο ερευνών από υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς για υπεξαίρεση και απάτη όταν κέρδισε την πρώτη σύμβαση για τα βλήματα όλμων. Η κυβέρνηση του ανέθεσε τη συμφωνία των 280 εκατ. δολαρίων ενώ εκείνος είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση.
Απώλειες άνω του ενός δισεκατομμυρίου και η παραίτηση Ζουμαντίλοφ
Εμπιστευτικοί εσωτερικοί έλεγχοι από το υπουργείο Άμυνας αποκαλύπτουν ένα σύστημα στρατιωτικών προμηθειών με εκτεταμένη κακοδιαχείριση. Εταιρείες εξασφάλισαν συμβάσεις χωρίς να έχουν αποδείξει ότι μπορούσαν να προμηθεύσουν τα όπλα ή χωρίς να διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες. Οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρείες που υπέγραψαν συμφωνίες παρότι είχαν αθετήσει προηγούμενες συμβάσεις, ενώ έξι από αυτές δεν κατάφεραν να εκτελέσουν ούτε μία. Στρατιωτικοί προμηθευτές από ολόκληρο τον κόσμο, καθώς και ουκρανικές και αμερικανικές εταιρείες, επωφελήθηκαν οικονομικά. Οι εσωτερικοί έλεγχοι έδειξαν ότι μόνο το 2024 η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισ. δολάρια εξαιτίας απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης.
Οι απώλειες αυτές συσσωρεύονταν την ώρα που ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζητούσε από τους συμμάχους επιπλέον ενισχύσεις και η ΕΕ πίεζε κράτη μέλη (όπως η Ελλάδα) να ξεγυμνώσουν την άμυνά τους για να ενισχύσουν την Ουκρανία. Σε συνέντευξή του, ο Ταμερλάν Βαχάμποφ, πρώην σύμβουλος της Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ο στρατός δεν λαμβάνει όσα χρειάζεται και ο προϋπολογισμός συρρικνώνεται εξαιτίας των μη παραδόσεων και των υπερτιμολογήσεων. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουμε χρήματα για να παραγγείλουμε περισσότερα όπλα. Και δεν διαθέτουμε την ποσότητα πυρομαχικών που χρειαζόμαστε. Πρόκειται για ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται».
Οι εκθέσεις ελέγχου κάλυπταν την περίοδο 2024–2025 και παρέμεναν διαβαθμισμένες χωρίς να υποβληθούν σε δημόσιο έλεγχο. Μετά τις αποκαλύψεις, ο διευθυντής της υπηρεσίας προμηθειών, Άρσεν Ζουμαντίλοφ, παραιτήθηκε από τη θέση του.
Πολιτικές αναταράξεις και το παρασκήνιο της απομάκρυνσης Φεντόροφ
Στο πολιτικό πεδίο, ο πρώην υπουργός Άμυνας, Μιχάιλο Φεντόροφ, ο οποίος απομακρύνθηκε από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δήλωσε: «Υπάρχει πολλή διαφθορά». Ο Φεντόροφ υποστήριξε ότι οι αμυντικοί προμηθευτές τον οδήγησαν εκτός υπουργείου εξαιτίας της προσπάθειάς του να αναμορφώσει το σύστημα. Αν και η απομάκρυνσή του προκάλεσε διαδηλώσεις και αποδόθηκε από την προεδρία σε συγκρούσεις με τη στρατιωτική ηγεσία, το δημοσίευμα της «New York Times» σημειώνει ότι οι έρευνες από ανεξάρτητες αρχές για υποθέσεις διαφθοράς έφτασαν μέχρι τον στενό κύκλο του Ουκρανού Προέδρου.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Τζέιμς Βάσερστρομ, Αμερικανός ειδικός στην καταπολέμηση της διαφθοράς, σχολίασε σκωπτικά: «Οτιδήποτε δεν είναι “καρφωμένο” στην Ουκρανία θα κλαπεί. Πρόκειται για μακροχρόνια παράδοση».
Οι χαρακτηριστικές υποθέσεις του Παβλόχραντ, των τουρκικών ρουκετών και των μεσαζόντων
Η αστοχία των βλημάτων όλμων αποκαλύφθηκε από το ουκρανικό μέσο Censor.net, οδηγώντας σε κοινοβουλευτική έρευνα και στη σύλληψη του Λεονίντ Σίμαν τον Απρίλιο του 2025, με κατηγορίες για απάτη ύψους 68 εκατ. δολαρίων. Δικαστικά στοιχεία έδειξαν ότι το Χημικό Εργοστάσιο του Παβλόχραντ πούλησε στον στρατό 233.000 ακατάλληλα βλήματα. Παρά την αρχική δήλωση αδυναμίας παραγωγής και την κατοπινή παράδοση προβληματικού υλικού, η υπηρεσία προμηθειών ανέθεσε στο ίδιο εργοστάσιο και την προμήθεια σχεδόν του συνόλου των βλημάτων πυροβολικού των 122 χιλιοστών για το 2025. Ο Σίμαν καταδικάστηκε πρόσφατα σε πέντε χρόνια φυλάκισης για άλλη υπόθεση διαφθοράς, ενώ δηλώνει αθώος για τα βλήματα, με τον δικηγόρο του, Ολεξάντρ Πρότας, να δηλώνει πως στην εμπορία όπλων «τίποτα δεν είναι άσπρο ή μαύρο και όλα κινούνται σε αποχρώσεις του γκρι».
Σε άλλη περίπτωση το 2024, για την αγορά ρουκετών πυροβολικού, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών επέλεξε την ακριβότερη προσφορά από τις τρεις διαθέσιμες. Παρότι η κατασκευάστρια τουρκική εταιρεία Arca Defense προσέφερε τις ρουκέτες προς 4.200 δολάρια εκάστη, η σύμβαση ανατέθηκε σε θυγατρική του τσεχικού ομίλου Czechoslovak Group προς 5.100 δολάρια ανά τεμάχιο, επιβαρύνοντας το κόστος κατά 130 εκατ. δολάρια λόγω της διαμεσολάβησης. Η συγκεκριμένη εξέλιξη συνεβαλε σημαντικά στην οικονομική μεγέθυνση του ομίλου και στην εισαγωγή του στο χρηματιστήριο. Ο εκπρόσωπος της Czechoslovak Group, Αντρέι Τσίρτεκ, ανέφερε σε επικοινωνία ότι «δεν αποτελούμε μέρος των προτάσεων των άλλων υποψηφίων και δεν έχουμε πρόσβαση στους εμπορικούς όρους, στους συμβατικούς όρους ή στην αξιολόγηση της αναθέτουσας αρχής», παραπέμποντας τις ερωτήσεις στην ουκρανική κυβέρνηση.
Παράλληλα, προβλήματα παρουσιάστηκαν και σε προσπάθεια ρουκετών σοβιετικού τύπου μέσω της ουκρανικής Spetstechnoexport και της αμερικανικής υπεργολάβου Regulus Global. Η συμφωνία κατέρρευσε εν μέσω αλλαγών στις διαδικασίες και προσπαθειών αποκλεισμού των μεσαζόντων, αφήνοντας την Spetstechnoexport με ανεκτέλεστες συμβάσεις και τις εμπλεκόμενες πλευρές σε δικαστικές διεκδικήσεις.
Πηγή : https://www.newsbreak.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου