MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Το πολιτικό μας σύστημα και η αντισυστημικότητα

 Συζήτηση επίκαιρης ερώτησης στην Ολομέλεια της
 Βουλής, Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024. 
(ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI) 
Γράφει ο
Νικήτας Χιωτίνης

Πολύς γίνεται λόγος για τα «συστημικά» και τα «αντισυστημικά» κινήματα  και κόμματα. Επειδή το όλο αυτό θέμα βρίσκεται στις συμπληγάδες της άγνοιας και της δημαγωγίας, θα προσπαθήσουμε να το διαλευκάνουμε. Δηλαδή να δούμε  ποιο είναι το επικρατούν  πολιτικό  σύστημα και ποιος και πώς  θα μπορούσε να το ανατρέψει, για να χαρακτηριστεί «αντισυστημικός».
 
Χρειάζεται γι’ αυτό να ανατρέξουμε στον 19ο αιώνα και στην Ελληνική Επανάσταση.  Κατά τον αιώνα αυτόν, σε όλη την Ευρώπη, δηλαδή σε όλη τη Δύση, επικρατούσε το μοναρχικό σύστημα, είτε ως αμιγώς Αυτοκρατορικό (Ρωσσία, Αυστρία), είτε ως Συνταγματική Βασιλεία. Εν ολίγοις,    όλος ο 19ος αιών  χαρακτηριζόταν  ως   αιών των μοναρχιών. Αντιθέτως στην  Ανατολή,   όπου επικρατούσε η  Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ ο Σουλτάνος είχε την τυπική εξουσία επί παντός,   οι επαρχίες της διατηρούσαν και ανέπτυσσαν σημαντική αυτονομία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία λειτουργούσε έτσι ως ένα είδος ομοσπονδίας.   Το σύστημα αυτό είχε διαδεχθεί το ανάλογο σύστημα διοικήσεως της  Ελληνορωμαϊκής Βασιλείας, που χαρακτηριζόταν επίσης από   αποκέντρωση της κεντρικής  εξουσίας,   με την Κωνσταντινούπολη περισσότερο ως πνευματικό πεδίο αναφοράς,  παρά ως κεντρική   πηγή  μιας ανέλεγκτης   διοικήσεως.  Στο αποκεντρωμένο σύστημα των Οθωμανών, οι Ελληνικές κοινότητες λειτουργούσαν με μία κάποια υποτυπώδη  αυτονομία  και διατηρούσαν, σε μεγάλο βαθμό, εθνική ιδιοπροσωπία -γλώσσα και θρησκεία-  επίσης με πνευματικό πεδίο αναφοράς την Κωνσταντινούπολη.  Γι’ αυτό άλλωστε  μπόρεσαν να οργανωθούν για την Επανάστασή τους έναντι των Οθωμανών: ως Έλληνες με κοινή γλώσσα, κοινό νόημα ζωής και κοινό πνευματικό πεδίο αναφοράς.    
 
Με την Επανάσταση του 1821 άλλαξε άρδην και βιαίως ο πολιτικός τρόπος οργάνωσης των Ελλήνων. Στις αρχές του επομένου αιώνος  άλλαξε και ο τρόπος οργάνωσης των Οθωμανών, που μετετράπησαν σε κράτος κατά τα πρότυπα των βεστφαλιανών εθνών-κρατών. Τούτο έγινε επίσης βιαίως, με θύματα τους Έλληνες της Μικράς Ασίας  και σε κάποιο βαθμό  με θύμα την  Οθωμανική Παράδοση, αρχής γενομένης με  την υιοθέτηση   του λατινικού αλφαβήτου.    Όλα έγιναν κατά τα πρότυπα της Δύσεως, που ήταν το μοναρχικό  σύστημα και η αναζητούμενη φυλετική ομοιογένεια, που λανθασμένως θεωρείτο και ως  «εθνική» ομοιογένεια. Πολύ κακώς όμως εξακολουθούμε να επικαλούμεθα το τρίπτυχο «όμαιμον, ομόθρησκον και ομόγλωσσον», που καθ’ υπερβολήν  χρησιμοποίησε ο Δημάρατος. Οι  Σπαρτιάτες πολέμησαν στις Θερμοπύλες χωρίς να είναι εξ αίματος  συγγενείς με τους Θηβαίους και τους Αθηναίους. Το Έθνος χαρακτηριζόταν και χαρακτηρίζεται από το «ομόθρησκον» και το «ομόγλωσσον».  Το  «ομόθρησκον», αναπέμπει στην κοινή νοηματοδότηση της ζωής και του Κόσμου, ενώ  το «ομόγλωσσον»   στηρίζει την ανωτέρω πολιτισμική ιδιοπροσωπία του.
 
Εν πάση περιπτώσει,  στην Ελλάδα επεβλήθη η μοναρχία ως διοικητικό σύστημα, που εκούσα άκουσα το απεδέχθη.   Αυτή δε η μοναρχία, ενώ στην υπόλοιπη Δύση άρχισε να περιορίζεται από τα Συντάγματα των κρατών, ακόμα και στις χώρες που εξακολουθούν να έχουν βασιλεία, στην Ελλάδα παρέμεινε εν πλήρη ισχύ.   Δικαιολογίες υπάρχουν: η Ελλάς δημιουργήθηκε καταδήλως ως αποικία, ο λαός ήταν πάμπτωχος και εκλιπαρούσε την ελεημοσύνη των ηγεμόνων. Δυστυχώς όμως αυτή η νοοτροπία παρέμεινε μέχρι σήμερα ως εξυπηρετούσα τον τρόπο  της εκάστοτε κεντρικής πολιτικής εξουσίας  να ελέγχει το λαό, δίκην μοναρχίας.
 
Στη Δύση σήμερα ολοένα και περισσότερο ενισχύονται  τα Συντάγματα των κρατών. Οι  προτάσεις   των Γάλλων διαφωτιστών του 18ου αιώνα αναγνωρίστηκαν ως η μόνη δυνατότητα  που έχουν τα δυτικά κράτη,  στα πλαίσια της Νεωτερικότητος,  να προσεγγίσουν  τη  δημοκρατία, όπως αυτή είχε εισαχθεί  από τους Έλληνες, αλλά είχε ακυρωθεί από τον  δυτικό μεσαίωνα.  Η διάκριση  των πολιτικών εξουσιών   σε Νομοθετική, Εκτελεστική και Δικαστική, προταθείσα από τον Μοντεσκιέ, οδηγούσε αφ’ ενός σε μια κάποια διάχυση των εξουσιών προς τις  κοινωνίες που αφυπνίζοντο, αφ’ ετέρου στον αυτοέλεγχο  της εκάστοτε κεντρικής διοικήσεως, καθόσον η κάθε μία   από τις διακριτές πολιτικές εξουσίες ήλεγχε τις άλλες δύο. Μάλιστα,  η πολιτική σκέψη εμπλουτίστηκε από πλήθος διανοητών, ιδίως του Καρλ Μαρξ και του Άνταμ Σμίθ. Ο Μαρξ ανέλυσε την  Οικονομία, ο Σμιθ τον τρόπο δημιουργίας του «Πλούτου των Εθνών», που είχε όμως ως προϋπόθεση τη «Θεωρία  των Ηθικών Συναισθημάτων», που προηγήθηκε. Με άλλα λόγια εισήχθη και η έννοια της ηθικής ως στοιχείου της πολιτικής πρακτικής, σε αντίθεση με τις παραινέσεις του Μακιαβέλι.  Έτσι πορεύτηκε και πορεύεται η Δύση.   
 
Όλα τα δυτικά κράτη δηλαδή, προτάσσουν  με τα Συντάγματά τους τη  διάκριση των εξουσιών και την εφαρμόζουν, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο. Θα λέγαμε πως θεσμικώς το δημοκρατικότερο πολιτικό σύστημα είναι αυτό των ΗΠΑ  και ότι σε αυτό εν πολλοίς οφείλεται και η ανάπτυξή τους.  Στην Ελλάδα,  καίτοι αυτή η διάκριση επιβάλλεται από το Σύνταγμα, ουδέποτε  λειτούργησε.  Η Εκτελεστική Εξουσία ασκείται εμφανέστατα και αυταρχικώς  από  την Νομοθετική, η οποία  ορίζει και τους επικεφαλής της Δικαστικής Εξουσίας, με εμφανή ως εκ τούτου την αντισυνταγματική διαπλοκή τους. Αλλά και  η Νομοθετική Εξουσία, ως τέτοια,  λειτουργεί αντισυνταγματικώς.  Στην υποτιθέμενη Βουλή ουδείς βουλεύεται,   ο βουλευτής   που θα εκφράσει άλλην άποψη από αυτήν του αρχηγού του κόμματός του   θα τιμωρηθεί,  διαγραφόμενος από το κόμμα. Είναι χαρακτηριστικό πως σε πρόσφατο νομοθέτημα, αυτό του γάμου μεταξύ ομοφύλων, στο οποίο καταδήλως αντιδρούσε πλήθος βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, ο πρωθυπουργός τους συνέστησε να μη προσέλθουν στη Βουλή κατά την ώρα της ψηφοφορίας.  Πλήρης δηλαδή η απαξίωση  του Συντάγματος.  Το πολιτικό μας σύστημα δεν είναι λοιπόν παρά εκλεγόμενη μοναρχία, με   μονάρχη τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Γι’ αυτό και δεν λειτουργούν κυβερνήσεις συνεργασίας : δεν γίνεται να συνυπάρχουν περισσότεροι του ενός μονάρχες, θα καταλυθεί η μοναρχία και αυτό ουδείς εξ αυτών το θέλει.
 
Αλλά το επικρατούν πολιτικό σύστημα της χώρας δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά.  Για να εδραιώσει την ισχύ του δρα σε πολλαπλά επίπεδα.    Αρχικώς  στον τρόπο ενημέρωσης  του λαού.   Εν συνεχεία,  επιτυχώς προωθεί    φαντασιακά  στοιχεία    που θα   απομακρύνουν τους πολίτες, ως «απλούς θνητούς»,   από άλλες ουσιαστικότερες σκέψεις και από την ιδιότητα του πολίτη, όπως αυτή εισήχθη από τους Έλληνες.  Τα νέα φαντασιακά στοιχεία επιβάλλονται από την εγκαθίδρυση και ενίσχυση αποβλακωτικών τηλεοπτικών εκπομπών, την παρουσίαση των πολιτικών δίκην κινηματογραφικών αστέρων,  την  τηλεοπτική οργάνωση        δήθεν πολιτικών   συζητήσεων ως infotainment,   μέχρι την θεοποίηση των αθλητικών αγώνων, ιδιαιτέρως του ποδοσφαίρου. Το ποδόσφαιρο έχει αναχθεί  σε επίπεδο εθνικής αντιπροσώπευσης και  η ομάδα-θρησκεία δεν αποτελεί σχήμα λόγου.   Τα τηλεοπτικά κανάλια εξυπηρετούν τα μέγιστα  όλα αυτά.  Άλλωστε σήμερα οι  δάσκαλοι με την μεγαλύτερη επιδραστικότητα είναι   οι τηλεπαρουσιαστές.  Στα τηλεοπτικά κανάλια οφείλουν και οι βουλευτές την εκλογή τους.   Επί πλέον,  αυτό το σύστημα δεν ελέγχεται τόσο  από τους πολιτικούς διαχειριστές της χώρας, όσο  από τους λίγους ολιγάρχες της. Στα χέρια τους άλλωστε βρίσκονται τα τηλεοπτικά κανάλια, οι ποδοσφαιρικές ομάδες, αλλά  και το μέλλον των ίδιων των κομμάτων και των στελεχών τους.    
 
Πάντως   η ύπαρξη  ολιγαρχών δεν είναι αναγκαστικώς κακό.  Μη ξεχνούμε πως και η Επανάσταση του 1821 από ολιγάρχες στηρίχτηκε, δηλαδή από πολύ πλουσίους που είτε είχαν ήδη πολιτική επιρροή,  είτε συνέβαλαν καθοριστικώς σε πολιτικές αλλαγές. Κάτι σαν ολιγάρχης ήταν, π.χ.,  η Μπουμπουλίνα. Από αυτήν την ολιγαρχία μπορεί και τώρα να προκύψει κάτι καλό, υπό την προϋπόθεση όμως δυναμικής  παρέμβασης τόσο των διανοητών της χώρας  όσο και των πολιτικών, αυτών δηλαδή που ορίζουμε   ως   διαχειριστές των κοινών.
 
Τα μέχρι όμως τώρα δείγματα είναι μάλλον απογοητευτικά. Η Ν.Δ. ακολουθεί απαρεγκλίτως τη μέχρι τώρα πρακτική, υπηρετώντας αποτελεσματικώς το όλο σύστημα, σε όλα του τα επίπεδα.  Οι πάντες αναφέρονται στο όνομα του πρωθυπουργού, καθόσον έχει καταστεί  αυτονόητο πως τα κόμματα ταυτίζονται με τον αρχηγό τους. Τα κόμματα είναι ο αρχηγός τους, τα στελέχη τους δεν μας πολυενδιαφέρουν ή δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου.  Ο Μητσοτάκης, ο Ανδρουλάκης, ο Βελόπουλος, η Κωνσταντοπούλου,  η Λατινοπούλου, κλπ. Μόνο το ΚΚΕ εμφανίζεται ως συλλογικό κόμμα, αλλά αυτό έχει άλλο ρόλο, που επιτυχώς και υπάκουα εκτελεί.  Τα νέα κόμματα που εμφανίστηκαν,  επίσης εμφανίζονται ως ταυτιζόμενα με τον αρχηγό τους, το κόμμα-Τσίπρα, το κόμμα-Καρυστιανού.   
 
Κόμματα που εμφανίστηκαν ουσιαστικώς άνευ πολιτικών προτάσεων, με εναρκτήριες τελετές δίκην ελαφρών θεατρικών παραστάσεων. Αλλά με την ελεημοσύνη του ηγεμόνα πάντα παρούσα: γλίσχρα επιδόματα και δωρεάν εισιτήρια λεωφορείων. Ενδεχομένως και το επόμενο  κόμμα που αναμένουμε έτσι να παρουσιαστεί,  ως κόμμα-Σαμαρά. Εκτός και αν διαφοροποιηθεί της πεπατημένης και μακάρι.   Σε κάθε πάντως  περίπτωση ουδείς έχει μέχρι   στιγμής αμφισβητήσει  όχι μόνο το επικρατούν πολιτικό σύστημα, αλλά και το συνολικό σύστημα λειτουργίας  της κοινωνίας. Οι δήθεν αντισυστημικοί όχι μόνο δεν είναι αυτό που δημαγωγικώς δηλώνουν, αλλά συχνά αποτελούν κάτι   σαν παρακλάδι  του υφισταμένου συστήματος.   Οι  «αναρχικοί»  και οι «αντιεξουσιαστές» δεν αποτελούν παρά το ανώτατο στάδιο  του νεοφιλελευθερισμού ή της αναγωγής του ποδοσφαίρου σε ανώτατο οντολογικό επίπεδο, με ανύπαρκτη πολιτική σκέψη.
 
Αντισυστημικό δεν θα είναι λοιπόν  παρά   το κόμμα που θα εγγυηθεί την κατά γράμμα και κατά πνεύμα εφαρμογή του Συντάγματος της χώρας. Αντισυστημικό θα είναι  το κόμμα που αρχικώς  θα «μας ταράξει στη συνταγματικότητα», για να θυμηθούμε τον αείμνηστο Ηλία Ηλιού με το περίφημο  «θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα». Στη συνέχεια, οι «αντισυστημικοί»  θα επιδιώξουν  στροφή της κοινωνίας προς τα ουσιώδη, με σωστή και πολύπλευρη ενημέρωση των πολιτών,   αναγέννηση  της Σκέψης και επαναφορά της Πολιτικής, της οποίας η Ελλάς υπήρξε θεμελιωτής.
 
Ο Τσώρτσιλ έλεγε πως δεν θα είμαστε χρήσιμοι αν δεν είμαστε αισιόδοξοι. Έτσι ας ελπίσουμε  πως ίσως κάτι-κάποτε αλλάξει….
  
 

 
 
 
 
Νικήτας Χιωτίνης
 

 
  
 


 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου