Η υπόθεση του Βερολίνου θέτει επομένως ένα επιτακτικό ερώτημα: Πόσο αποτελεσματικοί είναι οι μηχανισμοί ελέγχου της γερμανικής αστυνομίας και ποιος εγγυάται ότι όσοι αποκτούν το δικαίωμα να φέρουν όπλο υπηρετούν πραγματικά τον νόμο;
Σοβαρότατες καταγγελίες για όσα φέρονται να συμβαίνουν στο εσωτερικό της Αστυνομίας του Βερολίνου προκαλούν έντονο προβληματισμό στη Γερμανία, εγείροντας ερωτήματα για την πειθαρχία, την επαγγελματική καταλληλότητα και την αντιμετώπιση εξτρεμιστικών αντιλήψεων στα σώματα ασφαλείας.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, αστυνομικοί με τουρκικό και αραβικό μεταναστευτικό υπόβαθρο φέρονται να εκτοξεύουν προσβολές και απειλές εναντίον Γερμανών συναδέλφων τους, ενώ καταγράφονται αναφορές για συμπεριφορές που έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τις θεμελιώδεις αρχές του γερμανικού κράτους.
Οι καταγγελίες προέρχονται από αστυνομικό του Βερολίνου, ο οποίος έχει και ο ίδιος μεταναστευτικό υπόβαθρο, και μεταφέρθηκαν στη δικηγόρο του, Christiane Meusel. Όσα περιγράφει σκιαγραφούν μια ιδιαίτερα ανησυχητική κατάσταση στο εσωτερικό της αστυνομικής υπηρεσίας.
Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ακούγονται μεταξύ συναδέλφων: «Ευτυχώς σήμερα πάμε χωρίς Γερμανούς να πυροβολήσουμε» και «Ευτυχώς, αυτός ο μπάσταρδος Γερμανός δεν είναι εδώ σήμερα».
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η καταγγελία ότι, κατά τη διάρκεια εκπαίδευσης για τις μονάδες αντιμετώπισης ταραχών, ένας συμμετέχων δήλωσε ανοιχτά: «Θα εκδικηθώ τους Γερμανούς».
Το γεγονός ότι τέτοιες δηλώσεις αποδίδονται σε ανθρώπους που εκπαιδεύονται να φέρουν όπλο και να επιβάλλουν τον νόμο καθιστά την υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή. Πρόκειται για συμπεριφορές που, εφόσον επιβεβαιωθούν, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως απλές προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, οι Γερμανοί συνάδελφοι αποφεύγουν να αντιδράσουν, παραμένοντας σιωπηλοί απέναντι στις προσβολές και τις απειλές, υπό τον φόβο ενδεχόμενων συγκρούσεων.
Η υπόθεση φέρεται να έχει φτάσει στις αρμόδιες υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας, ενώ αναφέρεται ότι περισσότεροι αστυνομικοί έχουν αρχίσει να καταθέτουν αντίστοιχες καταγγελίες.
Άρνηση συνεργασίας με γυναίκες και καταγγελίες για θρησκευτικό φανατισμό
Οι καταγγελίες δεν περιορίζονται στις αντιγερμανικές δηλώσεις. Περιλαμβάνουν περιστατικά που εγείρουν σοβαρά ζητήματα σχετικά με την ισότητα των φύλων και την αμεροληψία κατά την άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων.
Σε μία περίπτωση, αστυνομικός φέρεται να αρνήθηκε να πραγματοποιήσει περιπολία μαζί με γυναίκα συνάδελφό του.
Σε άλλη περίπτωση, κατά τη διαχείριση περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας, αστυνομικός φέρεται να αντιμετώπισε με επιείκεια τον κακοποιητή σύζυγο, υιοθετώντας τη λογική ότι «η γυναίκα το προκάλεσε μόνη της».
Εάν τέτοιες συμπεριφορές επιβεβαιωθούν, πρόκειται για ευθεία παραβίαση της αποστολής της αστυνομίας. Η προστασία των θυμάτων και η εφαρμογή του νόμου δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις προσωπικές, πολιτισμικές ή θρησκευτικές αντιλήψεις οποιουδήποτε αστυνομικού.
Ανάλογες αναφορές προέρχονται και από την αστυνομική ακαδημία. Εκπαιδευόμενοι φέρονται να εμφανίστηκαν φορώντας παλαιστινιακές μαντίλες, γνωστές ως κεφίγιες, ενώ άλλοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε μαθήματα κολύμβησης επειδή θεωρούσαν ότι μία συμφοιτήτριά τους βρισκόταν σε έμμηνο ρύση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η καταγγελία ότι εκπαιδευόμενος ρώτησε τον εκπαιδευτή του εάν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το υπηρεσιακό του όπλο για να υπερασπιστεί την τιμή της οικογένειάς του.
Μια τέτοια αντίληψη είναι απολύτως ασύμβατη με την ιδιότητα του αστυνομικού. Το υπηρεσιακό όπλο παραχωρείται αποκλειστικά για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων και όχι για την εξυπηρέτηση προσωπικών αντιλήψεων περί οικογενειακής τιμής.
Προβλήματα στις προσλήψεις και σοβαρά ερωτήματα για τα κριτήρια επιλογής
Την ίδια στιγμή, η Αστυνομία του Βερολίνου φέρεται να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην εξεύρεση επαρκούς αριθμού κατάλληλων υποψηφίων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στις σχετικές αναφορές, περίπου το 40% των υποψηφίων αποτυγχάνει στις εξετάσεις γερμανικής γλώσσας, ενώ αρκετές θέσεις εκπαίδευσης παραμένουν κενές.
Παράλληλα, το ποσοστό των αστυνομικών με μεταναστευτικό υπόβαθρο παρουσιάζεται να αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Σε ορισμένες υπηρεσίες, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, 70 από τους 170 αστυνομικούς έχουν τουρκική ή αραβική καταγωγή.
Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία χρειάζονται ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Σε κάθε περίπτωση, η καταγωγή ενός αστυνομικού δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ακαταλληλότητας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι διαδικασίες πρόσληψης, εκπαίδευσης και εσωτερικού ελέγχου διασφαλίζουν ότι κάθε ένστολος σέβεται ανεπιφύλακτα το Σύνταγμα, τους νόμους και τα δικαιώματα των πολιτών.
Η αστυνομική ιδιότητα δεν μπορεί να συνυπάρχει με απειλές εναντίον συναδέλφων, ανοχή στην ενδοοικογενειακή βία ή αντιλήψεις που δικαιολογούν τη χρήση όπλων για προσωπική εκδίκηση.
Οι καταγγελίες αυτές αναδεικνύουν την ανάγκη ουσιαστικού ελέγχου των υποψηφίων και αποτελεσματικής αντιμετώπισης κάθε μορφής εξτρεμισμού μέσα στα σώματα ασφαλείας.
Το κρίσιμο ερώτημα για το γερμανικό κράτος
Η συζήτηση για τη διαφορετικότητα και την ενσωμάτωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν αφορά υπηρεσίες που διαθέτουν το νόμιμο δικαίωμα χρήσης καταναγκασμού.
Η ενσωμάτωση δεν μπορεί να εξαντλείται στην αριθμητική εκπροσώπηση διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων. Προϋποθέτει αποδοχή των δημοκρατικών αρχών, σεβασμό στην ισότητα των φύλων και πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες της υπηρεσίας.
Εάν οι συγκεκριμένες καταγγελίες αποδειχθούν βάσιμες, οι γερμανικές αρχές θα κληθούν να εξηγήσουν πώς τέτοιες συμπεριφορές δεν εντοπίστηκαν εγκαίρως και γιατί, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, συνάδελφοι αισθάνονταν ότι δεν μπορούσαν να αντιδράσουν.
Το ζήτημα δεν είναι η εθνική καταγωγή των αστυνομικών, αλλά η πίστη τους στη συνταγματική τάξη και η ικανότητά τους να προστατεύουν ισότιμα όλους τους πολίτες.
Άνθρωποι που πληρώνονται από τον Γερμανό φορολογούμενο, φέρουν υπηρεσιακό οπλισμό και εκπροσωπούν το κράτος δεν νοείται να εκφράζουν εχθρότητα απέναντι στον πληθυσμό τον οποίο έχουν ορκιστεί να προστατεύουν.
Η υπόθεση του Βερολίνου θέτει επομένως ένα επιτακτικό ερώτημα: Πόσο αποτελεσματικοί είναι οι μηχανισμοί ελέγχου της γερμανικής αστυνομίας και ποιος εγγυάται ότι όσοι αποκτούν το δικαίωμα να φέρουν όπλο υπηρετούν πραγματικά τον νόμο;
Οι απαντήσεις δεν μπορούν να δοθούν με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Απαιτούν διερεύνηση των καταγγελιών, απόδοση ευθυνών όπου προκύψουν και αυστηρή εφαρμογή των ίδιων επαγγελματικών και συνταγματικών κριτηρίων για όλους.
Πηγή : https://www.pentapostagma.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου