MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Από τις αμφισβητούμενες θαλάσσιες ζώνες στην οικονομική διαπραγμάτευση

Ή «ο καβγάς μόνο για το πάπλωμα»;
Της Στέλλας Κυβέλου*

Στη διπλωματία, σημασία έχουν τόσο όσα λέγονται όσο και όσα παραλείπονται.                   
Η πρόσφατη απάντηση του State Department  σχετικά με την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου είναι χαρακτηριστική. Απέναντι σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα, αυτό της κύρωσής του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, η οποία συνδέεται πολιτικά με το στρατόπεδο του Χαφτάρ, η Ουάσιγκτον προκρίνει γενικά την επίλυση των θαλάσσιων διαφορών μέσω διαπραγματεύσεων, συνδέοντάς την με τις προοπτικές επενδύσεων και ερευνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Αποφεύγει, ωστόσο, να τοποθετηθεί ευθαρσώς για τη νομιμότητα του μνημονίου με βάση το διεθνές δίκαιο. Και δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι «κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια» δεδομένου ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κυρώσει την UNCLOS. Η παλαιότερη ( 2020) επικριτική διατύπωση — χαρακτηρίσθηκε τότε ως «προκλητικό και μη εποικοδομητικό» — παραμένει.
 
Η απάντηση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν συνιστά φυσικά αναγνώριση των τουρκικών θέσεων. Θεωρούμε, όμως, ότι είναι εξαιρετικά  δυσμενής πολιτικά, για την Ελλάδα. Η βασική ανησυχία έγκειται στη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη νομική θεμελίωση των διεκδικήσεων προς την αναζήτηση μιας συμφωνίας που θα διευκολύνει την οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Πρόκειται για διαφορετικές αφετηρίες, με ενδεχομένως πολύ διαφορετικά αποτελέσματα.
 
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, μέσα από αυτή τη μετατόπιση, μια διεκδίκηση μπορεί σταδιακά να  απομειωθεί σε καθιερωμένο διαπραγματευτικό δεδομένο, χωρίς προηγουμένως να έχει αποσαφηνιστεί η νομική της βάση. Η πολιτική εξοικείωση με μια αξίωση μπορεί να προηγηθεί της οποιασδήποτε νομικής αποδοχής της. Και αυτή η εξοικείωση έχει τη δική της βαρύτητα.
 
Η αποφυγή λοιπόν από την Ουάσιγκτον συγκεκριμένης αποδοκιμασίας αφήνει στην Άγκυρα το περιθώριο να παρουσιάσει τη διαφωνία ως ένα ακόμη ανοικτό ζήτημα προς διευθέτηση. Kαι ενώ η απάντηση του State Department δεν αρκεί για να τεκμηριώσει επίσημη μεταβολή της νομικής αμερικανικής στάσης, αρκεί, αντιθέτως, για να δικαιολογήσει την απαίτηση από την Ελλάδα σαφών διευκρινίσεων. Η Αθήνα οφείλει να γνωρίζει ποια θέση διατηρεί η Ουάσιγκτον για το ίδιο το μνημόνιο, πέρα από τη γενικόλογη υποστήριξή της στον Ελληνοτουρκικό διάλογο.
 
Εξίσου αξιοπρόσεκτη είναι η αναγωγή του ζητήματος στο ελληνοτουρκικό διμερές πλαίσιο. Μια ερώτηση για συμφωνία της Τουρκίας με τη Λιβύη καταλήγει σε προτροπή προς την Ελλάδα και την Τουρκία να επιλύσουν τις διαφορές τους. Αυτή η προσέγγιση περιορίζει πολιτικά την ορατότητα της Λιβύης ως αυτοτελούς δρώντος και μεταφέρει το πρόβλημα στο γνώριμο σχήμα της διαφωνίας μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.
 
Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες έχουν ασφαλώς τη χρησιμότητά τους. Η θαλάσσια γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου, όμως, περιλαμβάνει περισσότερα κράτη ( εντός και εκτός της ΕΕ), περισσότερες έννομες σχέσεις και αλληλεξαρτώμενα συμφέροντα. Μια αποτελεσματική ελληνική διπλωματία οφείλει να διατηρεί στο προσκήνιο αυτή την περιφερειακή διάσταση και να αντιμετωπίζει τη Λιβύη ως χώρα με συγκεκριμένες επιλογές και ευθύνες.
 
Η αναφορά στις επενδύσεις προσθέτει μια ακόμη κρίσιμη παράμετρο.                              
Η οικονομική συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα ειρήνης, σταθερότητας και συνεννόησης. Για την Ελλάδα, μια ασφαλής και ευημερούσα Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί αυτονόητα επιθυμητή προοπτική. Το ερώτημα, ωστόσο, αφορά στους όρους με τους οποίους θα οργανωθεί αυτή η συνεργασία και τη σχέση της με τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών.
 
Από την αμερικανική διατύπωση δεν τεκμηριώνεται συγκεκριμένο σχέδιο συνεκμετάλλευσης ή κοινών ενεργειακών υποδομών. Τέτοια ενδεχόμενα μπορούν να εξετάζονται ως σενάρια στρατηγικής προοπτικής, με σαφή διάκριση από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα. Αυτό που μπορούμε ήδη να συζητήσουμε είναι η πολιτική λογική μιας προσέγγισης που συνδέει τη διευθέτηση των διαφορών με την απελευθέρωση οικονομικών δυνατοτήτων.
 
Η ευρωπαϊκή θέση προσφέρει μια σαφέστερη αφετηρία. Στη δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου εξ ονόματος της ΕΕ, στις 21 Οκτωβρίου 2026, επαναλαμβάνεται ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη. Η δήλωση το χαρακτηρίζει επίσης άκυρο και ανυπόστατο.
 
Η διαφοροποίηση είναι ουσιαστική. Η ευρωπαϊκή τοποθέτηση προσδιορίζει το νομικό πρόβλημα πάνω στο οποίο καλείται να λειτουργήσει η διπλωματία. Για την Ελλάδα, αυτή η σαφήνεια αποτελεί σημαντικό πολιτικό στήριγμα. Χρειάζεται, ωστόσο, να αποκτήσει πρακτικό αντίκρισμα στις ευρωπαϊκές σχέσεις με τις εμπλεκόμενες χώρες και στην αξιολόγηση επενδυτικών ή ενεργειακών πρωτοβουλιών που ενδέχεται να θίγουν ελληνικά δικαιώματα.
 
Η ελληνική απάντηση πρέπει επομένως να γίνει συγκεκριμένη. Παραμένουν οι προηγούμενες αμερικανικές επιφυλάξεις για το μνημόνιο; Ποια είναι η νομική βάση των διαπραγματεύσεων που ενθαρρύνονται; Πώς διασφαλίζεται ότι επενδύσεις και έρευνες δεν θα στηριχθούν σε παραδοχές  οι οποίες θεωρούνται απορριπτέες από την  Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση; Και πώς θα αποτραπεί η αξιοποίηση ως πολιτικής κάλυψης μονομερών ενεργειών, μιας γενικής έκκλησης για διάλογο ;
 
Παράλληλα, απαιτείται διαρκής συνδυασμός νομικής τεκμηρίωσης, διπλωματικού συντονισμού και πρακτικής προετοιμασίας. Η έγκαιρη ενημέρωση κυβερνήσεων, ευρωπαϊκών θεσμών και ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων για τις ελληνικές θέσεις έχει σημασία πριν διαμορφωθούν επενδυτικές δεσμεύσεις και προσδοκίες. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων χρειάζεται συνέχεια, παρουσία και δυνατότητα παρέμβασης στον χρόνο που λαμβάνονται οι αποφάσεις.
 
Είναι,  εν τέλει, «ο καβγάς μόνο για το πάπλωμα»; Η οικονομική διάσταση είναι ισχυρή, αλλά το διακύβευμα είναι ευρύτερο: αφορά τους κανόνες με τους οποίους οργανώνεται ο θαλάσσιος χώρος αλλά και την ικανότητα των κρατών να ασκούν τα δικαιώματά τους μέσα σε αυτόν. Αφορά ευρύτερα την ανάσχεση των θεωρήσεων και πολιτικών  που  επιθυμούν να καταστήσουν των κόσμο μας «άνομο».
 
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει συνεργασίες και επενδύσεις. Έχει όμως πρωτίστως ισχυρό λόγο να απαιτεί σαφείς κανόνες και προσήλωση στο δίκαιο της θάλασσας. Διότι το πραγματικό κόστος μιας ασαφούς διευθέτησης μπορεί ενδεχομένως να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το οικονομικό όφελος που υπόσχεται.
 

 
*Καθηγήτρια Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εμπειρογνώμων  ΘΧΣ και γαλάζιας οικονομίας, CEO της SDMED MARIS.
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου