Τι συμβαίνει πραγματικά με
την παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα και το παρασιτικό μοντέλο
που… δεν ανήκει αποκλειστικά στο Νότο - ΟΟΣΑ: Οι Έλληνες εργάζονται
περισσότερο ... 3 μήνες το χρόνο
Υπάρχουν πολιτικοί μύθοι που επιβιώνουν περισσότερο από τα ίδια τα γεγονότα που τους γέννησαν αλλά η Ιστορία έχει πάντοτε τον τρόπο της να εκδικείται.
Ένας από αυτούς είναι αναμφίβολα ο μύθος του «τεμπέλη Έλληνα» απέναντι στον υποτίθεται «εργατικό προτεσταντικής ηθικής Γερμανό».
Πρόκειται για ένα αφήγημα που διαμορφώθηκε στα χρόνια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτικής πίεσης για την λήψη «αιματηρών» μέτρων στα πλαίσιο των 3 μνημονίων (το 2010, το 2012 και το 2015).
Η ειρωνεία είναι ότι τα πραγματικά στοιχεία δεν μπορούσαν ποτέ να επιβεβαιώσουν αυτό το αφήγημα και η χλεύη που επιχειρήθηκε να κατευνθεί στη χώρα μας επιστρέφει στους εμπνευστές της.
Την περίοδο 2010-2015, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης στη μεταπολεμική Ευρώπη, μεγάλο μέρος του γερμανικού Τύπου συνέβαλε στη δημιουργία μιας εικόνας σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες ζούσαν πέρα από τις δυνατότητές τους επειδή εργάζονταν λίγο, συνταξιοδοτούνταν νωρίς και περίμεναν από τους φορολογούμενους του Βορρά να χρηματοδοτήσουν το υψηλό για τα παραγωγικά δεδομένα τηε χώρας βιοτικό τους επίπεδο.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Bild.
Η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία γερμανική εφημερίδα δημοσίευσε αλλεπάλληλα πρωτοσέλιδα που παρουσίαζαν τους Έλληνες περίπου ως οικονομικούς απατεώνες της Ευρώπης.
Το περίφημο πρωτοσέλιδο «Πουλήστε τα νησιά σας, χρεοκοπημένοι Έλληνες, και πουλήστε και την Ακρόπολη» έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
Η εικόνα αυτή αναπαράχθηκε από άλλα μέσα ενημέρωσης, πολιτικούς σχολιαστές αλλά και ευρωπαϊκούς πολιτικούς κύκλους.
Η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα που αντιμετώπιζε μια σύνθετη κρίση χρέους σε παράδειγμα προς αποφυγή.
Το πρόβλημα παρουσιάστηκε σχεδόν αποκλειστικά ως αποτέλεσμα εθνικού χαρακτήρα: οι Έλληνες ήταν «τεμπέληδες», οι Γερμανοί «εργατικοί».
Το αφήγημα αυτό εξυπηρετούσε πολιτικές σκοπιμότητες.
Η κυβέρνηση της Angela Merkel, έχοντας απέναντί της μια κοινή γνώμη που αντιδρούσε στα πακέτα διάσωσης, όφειλε να εξηγήσει γιατί οι Γερμανοί φορολογούμενοι θα συμμετείχαν στη χρηματοδότηση της Ελλάδας.
Η επίκληση της «εργατικότητας» του Βορρά απέναντι στην «ανευθυνότητα» του Νότου λειτούργησε ως ένα εύκολο πολιτικό επιχείρημα υπέρτατου λαϊκισμού.
Ο τότε υπουργός Οικονομικών Wolfgang Schäuble υπήρξε ο βασικός εκφραστής της αυστηρής δημοσιονομικής γραμμής.
Αν και απέφευγε συνήθως τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, οι δημόσιες παρεμβάσεις του υπογράμμιζαν συνεχώς την ανάγκη πειθαρχίας, μεταρρυθμίσεων και αλλαγής νοοτροπίας στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
Παράλληλα, πολιτικοί όπως ο Horst Seehofer, αλλά και στελέχη των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας, χρησιμοποιούσαν ακόμη πιο σκληρή γλώσσα, ενισχύοντας την εντύπωση ότι οι Γερμανοί εργάζονται για να πληρώνουν τις σπατάλες των Ελλήνων.
Τι λένε οι αριθμοί...
Το εντυπωσιακό είναι ότι εκείνη ακριβώς την περίοδο υπήρχαν ήδη διαθέσιμα τα στοιχεία του ΟΟΣΑ.
Και τα στοιχεία αυτά έλεγαν το ακριβώς αντίθετο
Οι Έλληνες εργαζόμενοι κατέγραφαν σταθερά περισσότερες ώρες εργασίας από σχεδόν όλους τους Ευρωπαίους.
Αντίθετα, οι Γερμανοί βρίσκονταν μεταξύ των χωρών με τις λιγότερες ετήσιες ώρες εργασίας στον ανεπτυγμένο κόσμο.
Αυτό δεν είναι μία μορφή… «Greek statistics».
Ήταν επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Η διαφορά ξεπερνούσε ήδη τότε τις 500 ώρες εργασίας ετησίως ανά εργαζόμενο.
Με απλά λόγια, ο μέσος Έλληνας εργαζόταν περισσότερο από δύο επιπλέον ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα σε σχέση με τον μέσο Γερμανό, αν υπολογιστεί σε ετήσια βάση.
Πώς λοιπόν δημιουργήθηκε ο μύθος;
Ο χρόνος εργασίας και η παραγωγικότητα..
Η απάντηση βρίσκεται στη σύγχυση δύο εντελώς διαφορετικών εννοιών: του χρόνου εργασίας και της παραγωγικότητας.
Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν εδώ και δεκαετίες ότι οι πολλές ώρες εργασίας δεν σημαίνουν απαραίτητα μεγαλύτερη παραγωγή πλούτου.
Αντίθετα, οι πιο παραγωγικές οικονομίες του κόσμου συχνά εμφανίζουν μικρότερο χρόνο εργασίας.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ο Γερμανός εργαζόμενος εργάζεται λιγότερες ώρες, αλλά διαθέτει στη διάθεσή του πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο, πιο προηγμένη τεχνολογία, υψηλότερο βαθμό αυτοματοποίησης, καλύτερη οργάνωση της παραγωγής, ισχυρότερη βιομηχανική βάση και μεγαλύτερη πρόσβαση στην καινοτομία.
Αυτοί είναι οι πραγματικοί λόγοι που η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στη Γερμανία παραμένει υψηλή.
Δεν πρόκειται για κάποιο εθνικό χαρακτηριστικό.
Υπάρχει ένα παραγωγικό μοντέλο που χτίστηκε επί δεκαετίες μέσα από επενδύσεις στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, στην επαγγελματική εκπαίδευση, στις εξαγωγές και στην καινοτομία.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε επί δεκαετίες στις μικρές επιχειρήσεις, στις υπηρεσίες, στον τουρισμό και στην κατανάλωση - και σήμερα δεκατίες μερά το πρώτο μνημόνιο έχει εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας της οικονομίας, έχουμε γίνει η οικονομία των cafes!
Η περιορισμένη βιομηχανική βάση, η χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα, η γραφειοκρατία, η μικρή χρήση νέων τεχνολογιών και η περιορισμένη ένταση κεφαλαίου εξηγούν γιατί η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη, παρά τον μεγαλύτερο χρόνο εργασίας.
Με άλλα λόγια, οι Έλληνες δεν εργάζονταν λιγότερο, απλώς εργάζονταν σε μια οικονομία που παρήγαγε μικρότερη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας.
Η διάκριση αυτή ήταν γνωστή στους οικονομολόγους.
Δεν ήταν όμως ιδιαίτερα χρήσιμη στην πολιτική αντιπαράθεση.
Ήταν πολύ πιο εύκολο να εξηγηθεί η ελληνική κρίση μέσω στερεοτύπων παρά μέσω σύνθετων οικονομικών αναλύσεων - ποια είναι η πραγματική σχέση των γερμανικών πλεονασμάτων με τα ελληνικά ελλείμματα καθώς διαμορφώθηκε ένα μοντέλο οικονομικό στηριγμένο στην κατανάλωση χωρίς παραγωγική βάση.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς μύθους της ευρωπαϊκής κρίσης: ότι η δημοσιονομική κατάρρευση της Ελλάδας ήταν αποτέλεσμα της υποτιθέμενης… τεμπελιάς των πολιτών της.
Όταν η πραγματικότητα εκδικείται
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, όμως, η πραγματικότητα φαίνεται να εκδικείται τα στερεότυπα.
Γιατί σήμερα δεν είναι κάποιο ελληνικό υπουργείο ή κάποιος Έλληνας οικονομολόγος που υποστηρίζει ότι η Γερμανία χρειάζεται περισσότερη εργασία.
Είναι η ίδια η γερμανική κυβέρνηση.
Και οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί ο καγκελάριος Friedrich Merz ανοίγουν μια συζήτηση η οποία, ίσως άθελά της, αποδομεί οριστικά τον μύθο που κυριάρχησε την προηγούμενη δεκαετία
Δεκαπέντε χρόνια μετά την κορύφωση της ελληνικής κρίσης, η δημόσια συζήτηση στη Γερμανία έχει αλλάξει εντυπωσιακά.
Στο επίκεντρο δεν είναι πλέον οι οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου αλλά η ίδια η γερμανική οικονομία, η οποία για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στην ανάπτυξη, τη βιομηχανική παραγωγή και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Η κυβέρνηση του καγκελάριου Friedrich Merz θεωρεί ότι η χώρα χρειάζεται μια συνολική επανεκκίνηση και ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «η Γερμανία ζει πάνω από τις δυνατότητες της».
Το πακέτο μεταρρυθμίσεων που παρουσίασε περιλαμβάνει δεκάδες παρεμβάσεις στη φορολογία, στη δημόσια διοίκηση, στις επενδύσεις και στην αγορά εργασίας. Ανάμεσα στα μέτρα που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη συζήτηση βρίσκονται εκείνα που αφορούν τις αναρρωτικές άδειες.
Οι... αναρρωτικές άδειες και η κατάργησή τους
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την κατάργηση της δυνατότητας χορήγησης αναρρωτικής άδειας μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με γιατρό, ενώ δίνεται στους εργοδότες η δυνατότητα να ζητούν ιατρική βεβαίωση ήδη από την πρώτη ημέρα ασθένειας.
Παράλληλα, ο δημόσιος διάλογος στη Γερμανία επικεντρώνεται στη σημαντική αύξηση των ημερών απουσίας λόγω ασθενείας, που σύμφωνα με εργοδοτικές οργανώσεις και οικονομικά ινστιτούτα επιβαρύνει την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Η συζήτηση αυτή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.
Ήδη από το 2023 και το 2024 οι μεγαλύτεροι ασφαλιστικοί οργανισμοί της Γερμανίας, όπως η Techniker Krankenkasse και η DAK-Gesundheit, κατέγραφαν ιστορικά υψηλά επίπεδα αναρρωτικών αδειών.
Μετά την πανδημία, οι απουσίες λόγω λοιμώξεων του αναπνευστικού, ψυχικών νοσημάτων και μυοσκελετικών προβλημάτων αυξήθηκαν σημαντικά.
Ορισμένες μελέτες ανέφεραν ότι ο μέσος εργαζόμενος απουσίαζε σχεδόν 20 ημέρες ετησίως λόγω ασθένειας, επίδοση από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.
Η κυβέρνηση Merz θεωρεί ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Το επιχείρημα είναι πως η Γερμανία, σε μια περίοδο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες και κυρίως από την Κίνα, δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει εκατομμύρια εργατοώρες κάθε χρόνο.
Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα: τη γήρανση του πληθυσμού.
Οι γενιές που στήριξαν τη μεταπολεμική οικονομική άνθηση αποχωρούν σταδιακά από την αγορά εργασίας, ενώ οι νεότερες ηλικιακές ομάδες είναι αριθμητικά μικρότερες.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των γερμανικών οικονομικών ινστιτούτων, μέσα στην επόμενη δεκαετία θα λείψουν ίσως και 3 με 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι από την αγορά εργασίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση της πραγματικής συμμετοχής στην εργασία αντιμετωπίζεται ως οικονομική αναγκαιότητα.
Εδώ όμως εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση.
Την ώρα που η γερμανική κυβέρνηση ζητά περισσότερη εργασία, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ εξακολουθούν να δείχνουν ότι οι Γερμανοί εργάζονται αισθητά λιγότερες ώρες από τους Έλληνες.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο μέσος εργαζόμενος στη Γερμανία εργάζεται περίπου 1.340 ώρες ετησίως.
Πρόκειται για μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Εργαζόμαστε 3 μήνες περισσότερο το χρόνο…
Η Ελλάδα, αντίθετα, εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης, με περίπου 1.900 ώρες εργασίας τον χρόνο ανά εργαζόμενο.
Η διαφορά υπερβαίνει τις 500 ώρες ετησίως, δηλαδή αντιστοιχεί σε περισσότερους από τρεις μήνες πλήρους απασχόλησης.
Ακόμη και τα στοιχεία της Eurostat για το πραγματικό εβδομαδιαίο ωράριο επιβεβαιώνουν την ίδια εικόνα.
Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες κατά μέσο όρο από όλους σχεδόν τους εργαζομένους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι Γερμανοί παραμένουν κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ή και χαμηλότερα, λόγω της μεγάλης διάδοσης της μερικής απασχόλησης και των ευέλικτων μορφών εργασίας.
Αυτό σημαίνει ότι οι Γερμανοί είναι λιγότερο εργατικοί;
Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι.
Η παραγωγικότητα μιας οικονομίας εξαρτάται από παράγοντες πολύ πιο σύνθετους από τον αριθμό των ωρών που εργάζεται ένας άνθρωπος – πρόκειται για το σύνολο των συντελεστών παραγωγής και το κεφάλαιο όπως λένε οι οικονομολόγοι.
Πιο απλά: Η ποιότητα του εξοπλισμού, οι επενδύσεις, η αυτοματοποίηση, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης, η ψηφιοποίηση, η οργάνωση της παραγωγής, η ποιότητα της εκπαίδευσης, οι υποδομές και η πρόσβαση σε κεφάλαια καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το παραγόμενο αποτέλεσμα.
Ένας εργαζόμενος που χρησιμοποιεί σύγχρονα ρομποτικά συστήματα σε μια αυτοματοποιημένη γραμμή παραγωγής μπορεί να παράγει πολλαπλάσια αξία μέσα σε μία ώρα σε σχέση με έναν εργαζόμενο που εκτελεί χειρωνακτικές εργασίες για διπλάσιο χρονικό διάστημα.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της παραγωγικότητας.
Η Γερμανία οικοδόμησε την οικονομική της ισχύ πάνω στη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, στη μηχανολογία, στη χημική βιομηχανία, στην αυτοκινητοβιομηχανία και στις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η Ελλάδα, αντίθετα, βασίστηκε - και δυστυχώς εξακολουθεί! - κυρίως στον τουρισμό, στις υπηρεσίες, στις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και σε περιορισμένη βιομηχανική παραγωγή – κλάδους με χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, με ποιο οικονομικούς όρους βρίσκονται χαμηλά στην αλυσίδα παραγωγής αξίας.
Οι δύο οικονομίες δεν μπορούν να συγκριθούν αποκλειστικά με βάση τις ώρες εργασίας.
Η κατάρρευση του παραγωγικού μοντέλου
Ωστόσο, η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα στη Γερμανία αποκαλύπτει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Το πρόβλημα είναι ότι η οικονομία τους αντιμετωπίζει νέες δομικές προκλήσεις: υψηλό ενεργειακό κόστος μετά τη ρήξη με τη Ρωσία, αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα, δημογραφική γήρανση, επιβράδυνση της αυτοκινητοβιομηχανίας και ανάγκη μετάβασης σε νέες τεχνολογίες.
Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα.
Ίσως γι' αυτό αξίζει να θυμόμαστε όσα συνέβησαν την περίοδο της ελληνικής κρίσης.
Τα πολιτικά αφηγήματα μπορεί να είναι χρήσιμα προς κατανάλωση στο εσωτερικό μιας χώρας, όμως σπάνια εξηγούν τις πραγματικές αιτίες των οικονομικών εξελίξεων.
Οι Έλληνες δεν ευθύνονταν για την κρίση επειδή εργάζονταν λιγότερο.
Όπως και οι Γερμανοί δεν αντιμετωπίζουν σήμερα προβλήματα ανταγωνιστικότητας επειδή έγιναν ξαφνικά τεμπέληδες.
Η ιστορία της τελευταίας δεκαπενταετίας προσφέρει ένα πολύτιμο μάθημα. Η παραγωγικότητα δεν είναι θέμα εθνικού χαρακτήρα αλλά οργάνωσης της παραγωγικής βάσης.
Οι ώρες εργασίας δεν ταυτίζονται με την οικονομική επίδοση και μάλιστα στο ψηφιακό περιβάλλον.
Αυτό που χρειάζονται και οι δύο χώρες είναι παραγωγικά μοντέλα που θα δημιουργούν μεγαλύτερη αξία, καλύτερες θέσεις εργασίας και υψηλότερο επίπεδο ευημερίας αλλιώς θα καταρρεύσουν από το σοκ της Κίνας και των τεράστιων δυνάμεων που θα απελευθερώσει η δεύτερη τη τάξει οικονομία στον κόσμο.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου