Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη πολιτική συγκυρία, καθώς οι διαφωνίες για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της, το τεράστιο χρηματοδοτικό κενό της Ουκρανίας και οι αυξανόμενες γεωπολιτικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα συμπίπτουν με την πολιτική αβεβαιότητα σε ορισμένα από τα ισχυρότερα κράτη-μέλη της.
Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις απειλούν να περιορίσουν την ικανότητα της Ένωσης να καταλήξει σε συμβιβασμούς, σε μια περίοδο κατά την οποία απαιτούνται σημαντικές αποφάσεις για την οικονομία, την ασφάλεια και τη στήριξη της Ουκρανίας. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες, καθώς οι κυβερνήσεις τους ενδέχεται να έχουν όλο και λιγότερα περιθώρια για επώδυνους συμβιβασμούς ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων.
Σύμφωνα με το Politico, η Σύνοδος Κορυφής της περασμένης εβδομάδας στις Βρυξέλλες ανέδειξε το μέγεθος του προβλήματος. Έπειτα από δύο ημέρες διαβουλεύσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν κατάφεραν να σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο στις συνομιλίες για τον προϋπολογισμό, ενώ η συζήτηση επεκτάθηκε σε μια απροσδόκητα έντονη αντιπαράθεση για την ενεργειακή πολιτική.
Το αποτέλεσμα ενίσχυσε τις ανησυχίες ότι η ΕΕ εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η επίτευξη συμφωνιών θα γίνεται ολοένα και δυσκολότερη, ακριβώς τη στιγμή που οι εξωτερικές προκλήσεις απαιτούν μεγαλύτερη ενότητα και ταχύτερες αποφάσεις.
Εκλογές και πολιτική αβεβαιότητα στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα πρωτοφανές δίλημμα: οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της αντιμετωπίζουν εκλογικές αναμετρήσεις ή πολιτικές εξελίξεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τη στάση των κυβερνήσεών τους στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις. Συνολικά, οι χώρες αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% του ΑΕΠ και του πληθυσμού της Ένωσης.
Στην Ισπανία, οι εκλογές έχουν προγραμματιστεί για τις 29 Νοεμβρίου, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι η κεντροδεξιά και η ακροδεξιά βρίσκονται σε τροχιά ανάληψης της εξουσίας. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, έπειτα από οκτώ χρόνια στην κυβέρνηση, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο εκλογικής ήττας. Η προεκλογική περίοδος αναμένεται να συμπέσει με τις ευρωπαϊκές συνόδους του Νοεμβρίου, στις 13 και τις 26 του μήνα, ενώ ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης στη Μαδρίτη ενδέχεται να καθυστερήσει έως τον Ιανουάριο, περιπλέκοντας περαιτέρω τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό.
Στη Γαλλία, η προεδρική εκλογή του Απριλίου αναμένεται να καθορίσει την επόμενη ημέρα μετά την αποχώρηση του Εμανουέλ Μακρόν από το Μέγαρο των Ηλυσίων. Ο Γάλλος πρόεδρος δεν μπορεί, βάσει του Συντάγματος, να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία, ενώ οι δημοσκοπήσεις ευνοούν τη Μαρίν Λεπέν, την ηγετική φυσιογνωμία της γαλλικής ακροδεξιάς. Η προοπτική πολιτικής αλλαγής δημιουργεί αβεβαιότητα για τη στάση του Παρισιού σε κρίσιμες ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Στη Γερμανία, η ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) και η ταχεία πτώση της δημοτικότητας του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς δημιουργούν πρόσθετους περιορισμούς. Παρότι οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές δεν προβλέπεται να διεξαχθούν πριν από το 2029, η πολιτική πίεση ενδέχεται να επηρεάσει την προθυμία της γερμανικής κυβέρνησης να αποδεχθεί συμβιβασμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Ιταλία, τέλος, αναμένεται να οδηγηθεί σε εκλογές τον Οκτώβριο του 2027. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι βρίσκεται επικεφαλής μιας ασυνήθιστα μακρόβιας κυβέρνησης, ωστόσο η προεκλογική περίοδος ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια ελιγμών της Ρώμης. Ευρωπαίος διπλωμάτης εκτίμησε, μάλιστα, ότι η Μελόνι θα μπορούσε να προκηρύξει εκλογές νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Οι πολιτικές εξελίξεις στις τέσσερις χώρες συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στις εσωτερικές πολιτικές τους ανάγκες και στις απαιτήσεις των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων.
Ο προϋπολογισμός των 2 τρισ. ευρώ στο επίκεντρο των διαφωνιών
Η δυσκολία επίτευξης συμφωνίας για τον νέο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ, ύψους περίπου 2 τρισ. ευρώ, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τις Βρυξέλλες.
Στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της περασμένης εβδομάδας, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε στο Politico ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες γνώριζαν πως έπρεπε να καταλήξουν σε πολιτική συμφωνία έως το τέλος του 2026. Ωστόσο, όπως ανέφερε, οι ισπανικές εκλογές καθιστούν πλέον αυτόν τον στόχο δυσκολότερο, ενώ οι αναμετρήσεις που ακολουθούν στη Γαλλία, την Ιταλία και σε άλλες χώρες ενδέχεται να περιπλέξουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η Σύνοδος Κορυφής δεν κατέγραψε πρόοδο στο ζήτημα του προϋπολογισμού, ενώ στα συμπεράσματά της δεν συμπεριλήφθηκε αναφορά σε συμφωνία έως το τέλος του έτους. Τα κράτη-μέλη αντιστάθηκαν στην πίεση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ο οποίος επιδιώκει την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων μέχρι το τέλος του 2026, ώστε ο προϋπολογισμός να είναι έτοιμος να τεθεί σε εφαρμογή το 2028.
Παρά το αδιέξοδο, έχουν προγραμματιστεί νέες σύνοδοι κορυφής για τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Εάν οι συναντήσεις αυτές δεν οδηγήσουν σε συμφωνία, οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν το 2027, όταν οι εκλογικές αναμετρήσεις αναμένεται να εντείνουν τις πολιτικές πιέσεις στις εθνικές κυβερνήσεις.
Το ενδεχόμενο αυτό προκαλεί ανησυχία στις Βρυξέλλες, καθώς η επίτευξη συμφωνίας προϋποθέτει αμοιβαίες υποχωρήσεις σε ένα ευρύ φάσμα προτεραιοτήτων. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο μεγαλύτερος ενδέχεται να είναι ο πολιτικός κίνδυνος για τις κυβερνήσεις που θα επιλέξουν να συναινέσουν σε συμβιβασμούς.
Ο Κύπριος πρόεδρος προειδοποίησε ότι το επόμενο έτος θα είναι ακόμη δυσκολότερο, ενώ η Κάρλα Ταβάρες, ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και συνδιαπραγματεύτρια για τον προϋπολογισμό, συμφώνησε ότι το εκλογικό ημερολόγιο θα περιπλέξει τις διαβουλεύσεις τόσο μεταξύ των κρατών-μελών όσο και στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η τελευταία Σύνοδος Κορυφής ανέδειξε το βάθος των αντιθέσεων
Η σύνοδος της περασμένης εβδομάδας αποτέλεσε μια πρώτη ένδειξη των δυσκολιών που ενδέχεται να ακολουθήσουν. Αντί να προχωρήσουν σε σημαντικές συμφωνίες, οι ηγέτες επικεντρώθηκαν στην υπεράσπιση των ήδη διαμορφωμένων θέσεών τους και στην εξασφάλιση διαπραγματευτικών πλεονεκτημάτων έναντι των αντίπαλων πλευρών.
Μοναδική αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτέλεσε μια γαλλογερμανική συμφωνία για την αυτοκινητοβιομηχανία. Κατά τα άλλα, οι συνομιλίες δεν οδήγησαν σε ουσιαστικές εξελίξεις στα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την Ένωση.
Έξι διπλωμάτες και αξιωματούχοι της ΕΕ, τους οποίους επικαλείται το POLITICO υπό καθεστώς ανωνυμίας, περιέγραψαν ένα κλίμα απαισιοδοξίας και προειδοποίησαν ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι ιδιαίτερα δύσκολοι.
«Του χρόνου, τα πράγματα θα είναι χειρότερα», ανέφερε χαρακτηριστικά ανώτερος διπλωμάτης της ΕΕ.
Αντίστοιχα, η Κάρλα Ταβάρες υπογράμμισε ότι το εκλογικό ημερολόγιο θα καταστήσει πολύ πιο δύσκολη τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στα κράτη-μέλη και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Οι ανησυχίες αυτές δεν περιορίζονται, ωστόσο, στις δημοσιονομικές διαπραγματεύσεις. Η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ευρύτερο σύνολο γεωπολιτικών και οικονομικών πιέσεων, οι οποίες απαιτούν κοινή ευρωπαϊκή στάση σε ζητήματα ασφάλειας, εμπορίου και διεθνών σχέσεων.
Η Ευρώπη υπό πίεση από ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα
Η εσωτερική πολιτική αβεβαιότητα εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση δέχεται πιέσεις από πολλαπλές κατευθύνσεις.
Η στάση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει κλονίσει τις διατλαντικές σχέσεις και έχει θέσει υπό αμφισβήτηση συμμαχίες που στήριζαν την ευρωπαϊκή ασφάλεια επί δεκαετίες. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας και, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, διεξάγει παράλληλα επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Σε αυτές περιλαμβάνονται κυβερνοεπιθέσεις και ενέργειες δολιοφθοράς, ενώ το Βερολίνο έχει αποδώσει στο Κρεμλίνο απόπειρα επίθεσης με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο αεροδρόμιο της Λειψίας.
Παράλληλα, η Κίνα ενισχύει τον έλεγχό της σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού και αυξάνει την παρουσία των προϊόντων της στις ευρωπαϊκές αγορές, με τις φθηνές εξαγωγές της να εντείνουν τον ανταγωνισμό για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Ο πρωθυπουργός του Βελγίου Μπαρτ ντε Βέβερ περιέγραψε το κλίμα που επικρατεί στις Βρυξέλλες, δηλώνοντας σε δημοσιογράφους, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης αργά το βράδυ της συνόδου κορυφής, ότι υπάρχουν δυνάμεις που επιδιώκουν να διχάσουν την Ευρώπη και γνωρίζουν τα σημεία στα οποία μπορούν να την πλήξουν.
Ακόμη πιο άμεση ήταν η εκτίμηση του πρώην υπουργού Εξωτερικών της Λιθουανίας Γκαμπριέλιους Λάντσμπεργκις, ο οποίος σήμερα είναι επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Όπως δήλωσε, η Ευρώπη δέχεται πλέον πιέσεις από τρεις πλευρές: τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα.
Η ταυτόχρονη διαχείριση αυτών των προκλήσεων απαιτεί συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση. Ωστόσο, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Ένωσης ενδέχεται να περιορίσουν την ικανότητά της να διαμορφώσει ενιαία στρατηγική.
Το χρηματοδοτικό κενό της Ουκρανίας και ο κίνδυνος νέου αδιεξόδου
Σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής ανησυχίας αφορά την Ουκρανία, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές ανάγκες εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου με τη Ρωσία.
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το Κίεβο αναμένεται να αντιμετωπίσει χρηματοδοτικό έλλειμμα ύψους 30 έως 35 δισ. δολαρίων το επόμενο έτος. Η ανάγκη εξεύρεσης πρόσθετων πόρων γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, καθώς οι ρωσικές επιθέσεις πλήττουν τις ενεργειακές υποδομές της χώρας ενόψει ενός δύσκολου χειμώνα.
Η κατάσταση αυτή διαμορφώνεται παρά την απόφαση της ΕΕ να διαθέσει 90 δισ. ευρώ για τη στήριξη της Ουκρανίας από το προηγούμενο έτος.
Ο Γκαμπριέλιους Λάντσμπεργκις χαρακτήρισε «εξαιρετικά δυσοίωνους» τους επόμενους μήνες για το Κίεβο, επισημαίνοντας ότι το βάρος της στήριξης πέφτει πλέον στους Ευρωπαίους.
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι απηύθυνε δραματική προειδοποίηση κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής. Όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους, σε περίπτωση κατάρρευσης της Ουκρανίας, 20 εκατομμύρια Ουκρανοί θα μπορούσαν να καταφύγουν στην ΕΕ. «Η Ρωσία μάς σκοτώνει. Δεν θέλουν να σταματήσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία και το βέτο του Βελγίου
Μία από τις πιθανές λύσεις για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας είναι η αξιοποίηση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, ύψους περίπου 200 δισ. ευρώ, τα οποία παραμένουν δεσμευμένα στο χρηματοπιστωτικό αποθετήριο Euroclear, με έδρα τις Βρυξέλλες.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών για την αξιοποίησή τους. Το Βέλγιο, το οποίο είχε ασκήσει βέτο σε προηγούμενες προσπάθειες χρήσης των περιουσιακών στοιχείων για τη στήριξη της Ουκρανίας, εξακολουθεί να αρνείται να μεταβάλει τη στάση του.
«Τίποτα δεν έχει αλλάξει», δήλωσε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ουλφ Κρίστερσον, αποχωρώντας πρόωρα από τη σύνοδο κορυφής.
Μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η έκδοση πρόσθετου κοινού ευρωπαϊκού χρέους. Ωστόσο, μια τέτοια απόφαση θα απαιτούσε δύσκολους συμβιβασμούς μεταξύ των κρατών-μελών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολιτικές ισορροπίες γίνονται όλο και πιο εύθραυστες.
Το ζήτημα της χρηματοδότησης της Ουκρανίας αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο πρόβλημα: η Ένωση καλείται να αναλάβει αυξημένες ευθύνες για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής ηπείρου, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ακόμη την αναγκαία συναίνεση για τα μέσα με τα οποία θα τις εκπληρώσει.
Η Ευρώπη χωρίς έναν αδιαμφισβήτητο πολιτικό ηγέτη
Πέρα από τις δημοσιονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, η ΕΕ αντιμετωπίζει και ένα ζήτημα πολιτικής ηγεσίας. Η αβεβαιότητα για το μέλλον αρκετών από τους ισχυρότερους Ευρωπαίους ηγέτες απειλεί να αποδυναμώσει τις σταθερές συμμαχίες που επί χρόνια διευκόλυναν την επίτευξη συμβιβασμών στις Βρυξέλλες.
«Τώρα έχουμε μια Ευρώπη χωρίς προφανή ηγέτη», δήλωσε διπλωμάτης της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι, παρότι η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν διαθέτει ισχυρή θέση, η Ένωση δεν έχει σήμερα μια πολιτική φυσιογνωμία αντίστοιχη με εκείνες της Άνγκελα Μέρκελ ή του Φρανσουά Μιτεράν.
Η αποχώρηση του Εμανουέλ Μακρόν από την προεδρία της Γαλλίας τον Απρίλιο δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Σύμφωνα με τέσσερις Ευρωπαίους διπλωμάτες, ο Γάλλος πρόεδρος παραδέχθηκε σε συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνόδου κορυφής ότι δεν θα διαθέτει την αναγκαία πολιτική εντολή για να υπογράψει συμφωνία σχετικά με τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό κατά τους τελευταίους μήνες της θητείας του.
Την ίδια στιγμή, ο Πέδρο Σάντσεθ οδεύει προς μια δύσκολη εκλογική αναμέτρηση, ενώ η πολιτική ενίσχυση του AfD στη Γερμανία περιπλέκει τη θέση του Φρίντριχ Μερτς. Στην Ιταλία, η αβεβαιότητα σχετικά με τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών προσθέτει ακόμη έναν παράγοντα αστάθειας.
Η πιθανότητα να αποδυναμωθούν ή να αποχωρήσουν από την εξουσία ηγέτες που έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις ενδέχεται να δυσκολέψει την οικοδόμηση των αναγκαίων συμμαχιών. Η επίτευξη συμφωνιών προϋποθέτει πολιτική εμπιστοσύνη, σταθερές σχέσεις και κυβερνήσεις που μπορούν να αναλάβουν το κόστος των αποφάσεών τους στο εσωτερικό των χωρών τους.
Η προειδοποίηση Κόστα και το παράθυρο ευκαιρίας για τον προϋπολογισμό
Παρά τις ανησυχίες, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα εμφανίστηκε να απορρίπτει την άποψη ότι το εκλογικό ημερολόγιο θα πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο στην ολοκλήρωση του προϋπολογισμού.
«Ζούμε σε 27 δημοκρατίες», δήλωσε την Παρασκευή, επισημαίνοντας ότι σχεδόν κάθε μήνα πραγματοποιούνται εκλογές σε κάποιο κράτος-μέλος. Όπως υποστήριξε, εάν κάθε εκλογική αναμέτρηση αποτελούσε λόγο αναβολής των αποφάσεων, η Ένωση δεν θα μπορούσε ποτέ να εγκρίνει έναν νέο προϋπολογισμό.
Ωστόσο, η πιθανή καθυστέρηση στον σχηματισμό κυβέρνησης στην Ισπανία, σε συνδυασμό με την προεκλογική περίοδο στη χώρα, ενδέχεται να επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ανώτερος αξιωματούχος της ΕΕ εκτίμησε ότι ο Ιανουάριος θα μπορούσε να αποτελέσει την ιδανική χρονική στιγμή για την ολοκλήρωση της διαδικασίας έγκρισης του προϋπολογισμού. Σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, ίσως πρόκειται για την τελευταία ευκαιρία επίτευξης συμφωνίας πριν από την περαιτέρω επιδείνωση της πολιτικής αστάθειας στην Ευρώπη.
Ο Ζίγκφριντ Μουρεσάν, συνδιαπραγματευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για τον προϋπολογισμό, εκτίμησε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν κινηθεί μέχρι στιγμής υπερβολικά αργά, προειδοποιώντας ότι ο διαθέσιμος χρόνος εξαντλείται.
Η προειδοποίησή του συνοψίζει το βασικό δίλημμα των Βρυξελλών: η ΕΕ καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις για τη χρηματοδότηση των πολιτικών της, τη στήριξη της Ουκρανίας και την αντιμετώπιση των διεθνών πιέσεων, την ώρα που οι πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό της γίνονται όλο και πιο ασταθείς.
Το επόμενο διάστημα θα κρίνει εάν τα κράτη-μέλη θα καταφέρουν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και να καταλήξουν στους αναγκαίους συμβιβασμούς ή εάν οι εκλογικές αναμετρήσεις και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις θα οδηγήσουν σε παρατεταμένο αδιέξοδο, με συνέπειες για τη συνοχή και τη δυνατότητα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πηγή : https://www.newsbreak.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου