Υπήρχαν τα χρήματα - Θα μπορούσε να είχε αποτραπεί η τραγωδία, καταλήγει το σκεπτικό του πρώτου δεδικασμένου για το δυστύχημα των Τεμπών
Μια αλυσίδα παρανομιών και εγκληματικών παραλήψεων
που είχαν ως αποτέλεσμα να βρίσκονται εκτός λειτουργίας τα αναγκαία
μέτρα ασφαλείας τα οποία θα μπορούσαν να αποτρέψουν την τραγωδία στα Τέμπη, περιγράφει με γλαφυρότητα η υπ’ αρ. Α2847/2026 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου της Αθήνας.
Το δικαστήριο δικαιώνει τους συγγενείς ενός 15χρονου θύματος και του πατέρα του, επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 420.000 ευρώ και αναδεικνύοντας τις βαρύτατες ευθύνες του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Η απόφαση αποτελεί το πρώτο δεδικασμένο για την υπόθεση και δημιουργεί ένα σημαντικό προηγούμενο καθώς τεκμηριώνει πως «αν λειτουργούσαν τα συστήματα ασφαλείας θα είχε αποτραπεί η σύγκρουση των δύο τρένων», καταρρίπτοντας το αφήγημα που περιορίζεται αποκλειστικά στον ανθρώπινο παράγοντα.
Το χρονικό της αδιαφορίας και οι αγνοημένες προειδοποιήσεις
Σύμφωνα με το δικαστικό πόρισμα, η τραγωδία δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας αποχής από τις επιβεβλημένες ενέργειες εποπτείας και συντήρησης.
Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από την Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού
Έλξης και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών, οι οποίες είχαν
αποστείλει εξώδικα και επιστολές προειδοποιώντας για τον κίνδυνο, «το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια».
Η απόφαση στηλιτεύει την αδράνεια
της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) και του ΟΣΕ, επισημαίνοντας
ότι η διακύβευση της ανθρώπινης ζωής ήταν γνωστή στους αρμόδιους, ειδικά μετά από σειρά εκτροχιασμών που είχαν προηγηθεί του μοιραίου δυστυχήματος.
Η πλήρης κατάρρευση των δικλείδων ασφαλείας τη μοιραία νύχτα
Η δικαστική έρευνα αποκαλύπτει πως τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 το σιδηροδρομικό δίκτυο ήταν ουσιαστικά «τυφλό». Η απόφαση καταγράφει αναλυτικά ότι «κατά
τον χρόνο του επίδικου δυστυχήματος οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν
υποστηρίζονταν από τα ακόλουθα τεχνολογικά συστήματα ασφαλείας της
κίνησης των συρμών: τη φωτοσήμανση, την τηλεδιοίκηση, το σύστημα αυτόματης πέδησης ETCS και το σύστημα ραδιοεπικοινωνίας GSM-R».
Η έλλειψη αυτών των τεχνολογιών στέρησε από τους εμπλεκόμενους τη δυνατότητα να διορθώσουν το ανθρώπινο σφάλμα. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο τονίζει ότι αν τα συστήματα αυτά βρίσκονταν σε λειτουργία, τα τρένα θα είχαν ακινητοποιηθεί αυτόματα ή θα είχε αποφευχθεί εξαρχής η χάραξη αντίθετων δρομολογίων στην ίδια γραμμή.
Η παραδοχή περί επαρκούς χρηματοδότησης εντείνει τις ευθύνες
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το σημείο της απόφασης που αφορά τους πόρους για την ασφάλεια του σιδηροδρόμου. Όπως προκύπτει, δεν στοιχειοθετήθηκε οικονομική αδυναμία του κράτους, καθώς «οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η χρηματοδότηση ήταν ελλιπής
και ότι ήταν ελλιπής σε τέτοιο βαθμό ώστε συνεπεία της ελλιπούς
χρηματοδότησης θα μπορούσε να προκληθεί το σιδηροδρομικό δυστύχημα».
Η διαπίστωση αυτή ενισχύει το συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι η τραγωδία οφείλεται σε παράνομες παραλείψεις και πλημμελή άσκηση εποπτείας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».
Πηγή : https://www.newsbreak.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου