MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον

Ο δρόμος προς την κυλιόμενη χρεοκοπία, το πρόβλημα των ελλειμματικών θεσμών και οι λύσεις για την Ελλάδα στα πλαίσια ενός νέου Συντάγματος.

«Μία χώρα που δεν είναι πλέον κράτος αλλά περιοχή, έχοντας χάσει την εθνική της κυριαρχία, δεν έχει νόημα προφανώς να συζητάει για την αλλαγή του Συντάγματος της – πόσο μάλλον όταν έτσι ή αλλιώς το υφιστάμενο δεν γίνεται σεβαστό ούτε από την κυβέρνηση της, ούτε φυσικά από τους δανειστές της. 

Όσο για τους Πολίτες της, η σιωπηλή ανοχή τους είναι ασφαλώς ένοχη – αφού με τον τρόπο αυτό συμφωνούν μη αντιδρώντας σε όλα όσα συμβαίνουν στην πατρίδα τους, αδιαφορώντας εντελώς για τα παιδιά τους. Αυτό που βέβαια εκμεταλλεύονται οι δανειστές είναι οι εσωτερικές μας ανόητες διαμάχες – όπου κυριαρχεί αναμφίβολα ο υπέρμετρος εγωισμός μας, το γνωστό «ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε», με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα» (ομιλία στο ΣΕΕ).

Ομιλία 

Εισαγωγικά στο θέμα, έχουμε εκφράσει ήδη την άποψη πως η Ελλάδα είναι μία χώρα που, λόγω της σημαντικής και ευαίσθητης γεωπολιτικής της θέσης, καθώς επίσης του φυσικού, πολιτιστικού και υπόγειου πλούτου της, δεν πρέπει ποτέ να υπερχρεώνεται. Η αιτία είναι πως, όταν το κάνει, τότε κινδυνεύει η εδαφική της ακεραιότητα, επειδή είναι από πολλές πλευρές αδύναμη να αντισταθεί απέναντι σε αυτούς που νομοτελειακά την επιβουλεύονται.

Ως εκ τούτου είναι απαραίτητη η λιτή διαβίωση τόσο του κράτους, όσο και των Πολιτών του, κατά το παράδειγμα της αρχαίας Σπάρτης – η οποία δεν είχε υιοθετήσει μόνο έναν λιτό τρόπο διαβίωσης αλλά, επίσης, ήταν πάντοτε ετοιμοπόλεμη. Στη σημερινή εποχή βέβαια, η έννοια «ετοιμοπόλεμη» για μία χώρα δεν απαιτεί μόνο τη στρατιωτική της ετοιμότητα σε αμυντικό επίπεδο αλλά, κυρίως, την οικονομική της ανεξαρτησία – η οποία δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να τίθεται σε κίνδυνο.

Συνεχίζοντας, είναι γενικώς αποδεκτό το ότι, όποιος λαός δεν γνωρίζει ή δεν συνειδητοποιεί τα ιστορικά του σφάλματα, υποχρεώνεται να τα επαναλάβει. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να αναφέρεται κανείς στα λάθη του παρελθόντος ξανά και ξανά, επειδή ένα μεγάλο μέρος των μελλοντικών λύσεων βασίζεται στην αποφυγή τους. Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε πως υπάρχουν τρεις βασικές χρονικές περίοδοι, οι οποίες οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή καταστροφή:

(α) η υπερχρέωση, η οποία ξεκίνησε μετά το 1980 και κορυφώθηκε το 2011,

(β) η επίσημη χρεοκοπία της με το PSI το 2011/2012 και

(γ) η επόμενη χρονική περίοδος όπου τελικά, με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, μετατράπηκε σε πλήρη αποικία των δανειστών, τουλάχιστον για τα επόμενα 99 χρόνια.

Εδώ πρέπει να δοθεί άμεση απάντηση σε ένα ερώτημα που τίθεται από διάφορα κόμματα, σκοπός του οποίου είναι κατά την άποψη μας ο αποπροσανατολισμός των Πολιτών. Δηλαδή, στο εάν η κρίση έφερε τα μνημόνια ή εάν τα μνημόνια έφεραν την κρίση.

Η απάντηση εν προκειμένω είναι πως ασφαλώς τα μνημόνια δεν έφεραν την κρίση του 2009. Την κρίση την έφερε η κακή διαχείριση όλων των κυβερνήσεων μετά το 1980, η καταναλωτική και δανειακή συμπεριφορά των Ελλήνων, η γερμανική πολιτική του μισθολογικού dumping, σε συνδυασμό με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ που ήταν ανέκαθεν προσαρμοσμένη στις ανάγκες της Γερμανίας, καθώς επίσης η εξαγωγή της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης από τις Η.Π.Α.

Εν τούτοις, όλα αυτά αφορούν την κρίση υπερχρέωσης, η οποία θα μπορούσε να είχε επιλυθεί σχετικά εύκολα με πάρα πολλούς τρόπους, χωρίς να οδηγηθεί η χώρα στην καταστροφή. Δεν συνέβη όμως κάτι τέτοιο. Αντίθετα επιβλήθηκαν στην Ελλάδα μνημόνια, τα οποία δεν είχαν σκοπό τη διάσωση της, αλλά αυτήν των ιδιωτών δανειστών της. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το πρώτο γράφημα, όπου φαίνεται καθαρά η μεταφορά των χρεών της Ελλάδας από τους ιδιώτες επενδυτές στα κράτη της Ευρωζώνης, στην ΕΚΤ και στο ΔΝΤ.


Εν προκειμένω, τα χρέη προς τους ιδιώτες από 100% το Μάρτιο του 2010 μειώθηκαν στο 19% τον Αύγουστο του 2013. Επομένως, στα μνημόνια οφείλεται η χρεοκοπία, η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, καθώς επίσης η σημερινή τραγωδία.

Συνοψίζοντας, η ελληνική κακοδιαχείριση, η καταναλωτική και δανειακή συμπεριφορά των Πολιτών, η αμερικανική κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης, καθώς επίσης η ευρωπαϊκή κρίση χρέους, με βασικό ένοχο τη Γερμανία, έφεραν την κρίση υπερχρέωσης. Τα μνημόνια όμως χρεοκόπησαν την Ελλάδα, μετατρέποντας την μεθοδικά και σταδιακά σε αποικία των δανειστών της.

Αυτών δηλαδή που σήμερα κυβερνούν απολυταρχικά τη χώρα, με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε ένα αποτυχημένο κράτος, αφού δεν μπορεί να επιβιώσει με δικά της μέσα, δεν είναι σε θέση να παρέχει ασφάλεια, ευημερία και νομιμότητα στους Πολίτες της, διοικείται από ξένους, ενώ κλιμακώνεται η πολιτική διαπλοκή και η διαφθορά. Αναλυτικότερα τώρα τα εξής:

Η περίοδος της υπερχρέωσης (1980 – 2011)

Στο επόμενο γράφημα φαίνεται η εξέλιξη του ελληνικού χρέους σε απόλυτα νούμερα (κόκκινη καμπύλη), καθώς επίσης ως προς το ΑΕΠ (γαλάζια καμπύλη).


Όπως διαπιστώνεται, το χρέος άρχισε να αυξάνεται μετά το 1980, τόσο σε απόλυτα νούμερα, όσο και σε σχέση με το ΑΕΠ, από την κυβέρνηση του κ. Α. Παπανδρέου. Αν και ως προς το ΑΕΠ σταθεροποιήθηκε σχετικά για κάποια χρόνια (1993 – 2008), σε απόλυτα νούμερα δεν σταμάτησε ποτέ να αυξάνεται.

Έφτασε δε στο αποκορύφωμα του με τον κ. Γ. Παπανδρέου ο οποίος, αφού είχαν προηγηθεί μυστικές συζητήσεις με το ΔΝΤ, δεν στήριξε τον κ. Κ. Καραμανλή. Αντίθετα, κέρδισε τις εκλογές με το «λεφτά υπάρχουν», επέτρεψε την όποια διόρθωση του ελλείμματος προς τα πάνω το 2009 χωρίς να πάρει κανένα μέτρο, διέσυρε διεθνώς τους Έλληνες ως φοροφυγάδες, δεν εμπόδισε την κερδοσκοπία με τη βοήθεια της Τράπεζας της Ελλάδας (Τ+3) και των εταιρειών αξιολόγησης, δεν δανείσθηκε έγκαιρα και τελικά καταδίκασε την Ελλάδα στην υπαγωγή της στο ΔΝΤ, ψηφίζοντας το πρώτο μνημόνιο.

Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της χρονικής περιόδου η διαχείριση των οικονομικών της Ελλάδας ήταν ανεύθυνη, δημιουργήθηκε το πελατειακό κράτος, μεσολάβησε το γνωστό «Τσοβόλα δώστα όλα», η διεφθαρμένη κυβέρνηση διέφθειρε ανάλογα τους Έλληνες, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν με κάθε τρόπο το κράτος, έως ότου το δημόσιο χρέος πλησίασε στο 100% του ΑΕΠ.

Το αποτέλεσμα ήταν να εκτιναχθούν τα επιτόκια δανεισμού στα ύψη, οπότε η Ελλάδα είδε ως σανίδα σωτηρίας την είσοδο της στην Ευρωζώνη, διαπιστώνοντας πως ακόμη και η προοπτική της μείωνε τα επιτόκια. Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας ως προς το γερμανικό επιτόκιο, φτάνοντας στο ελάχιστο 0,197% το 2004.


Δυστυχώς όμως, παρά το ότι οι τότε κυβερνήσεις της Ελλάδας (Σημίτης, Καραμανλής) γνώριζαν πολύ καλά τις μεγάλες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να τις διορθώσουν. Αντίθετα, συνέχισαν να αυξάνουν τις δαπάνες του δημοσίου και κυρίως τους μισθούς – οι οποίοι, γενικότερα στη χώρα, αυξήθηκαν σε επίπεδα που υπερέβαιναν κατά πολύ την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

Παράλληλα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αύξησαν το δανεισμό τους, λόγω των χαμηλών επιτοκίων – αφενός μεν με σκοπό την κατανάλωση, αφετέρου για τη διεξαγωγή μη ασφαλών επενδύσεων, όπως συνήθως συμβαίνει όταν η τάση αυτή δεν διορθώνεται από τη νομισματική πολιτική. Μεταξύ άλλων οδήγησαν τις τιμές των ακινήτων στα ύψη οπότε, όταν αυτές άρχισαν να υποχωρούν μετά το ξέσπασμα της κρίσης, δημιουργήθηκαν νομοτελειακά προβλήματα στις τράπεζες.

Έτσι η Ελλάδα έχασε πλήρως την ανταγωνιστικότητα της, με αποτέλεσμα να κορυφωθούν τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της στο -14,9% του ΑΕΠ το 2008. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, εάν η Ελλάδα είχε ένα δικό της νόμισμα, θα είχε υποτιμηθεί ραγδαία για να μην καταστραφεί ολοσχερώς.

Η επίσημη χρεοκοπία (2011)

Συνεχίζοντας, όσες ευθύνες και αν προσάψει κανείς στο Γ. Παπανδρέου, οφείλει να αναγνωρίσει πως κάποια στιγμή κατάλαβε τα τεράστια λάθη του. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται από την προσπάθεια του να τα διορθώσει, όταν ανακοίνωσε την πρόθεση του να διεξαχθεί ένα δημοψήφισμα, πριν την υπογραφή του PSI.

Δυστυχώς όμως το νόημα του δημοψηφίσματος είτε διαστρεβλώθηκε σκόπιμα, είτε δεν έγινε κατανοητό από τα κόμματα και τα ΜΜΕ – αφού διεμήνυαν πως θα αφορούσε τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Επρόκειτο βέβαια για μία απόλυτη αυθαιρεσία, αφού η συμμετοχή μίας χώρας στην Ευρωζώνη είναι αμετάκλητη, οπότε κανένας δεν μπορεί να τη διώξει. Εάν χρησιμοποιηθούν δε παράνομα τεχνάσματα, όπως η άρνηση παροχής ρευστότητας από την ΕΚΤ, υπάρχουν ασφαλώς λύσεις.

Ακόμη χειρότερα, ο κ. Παπανδρέου ανετράπη μετά από τις πιέσεις που ασκήθηκαν εκ μέρους της γερμανίδας καγκελαρίου, καθώς επίσης του Γάλλου προέδρου, πιθανότατα με τη συμμετοχή του υπουργού οικονομικών του. Έτσι υπεγράφη το PSI, μέσω του οποίου συμφωνήθηκε η υπαγωγή των ομολόγων της χώρας στο αγγλικό δίκαιο, η απαγόρευση της μετατροπής του εξωτερικού χρέους σε εθνικό νόμισμα, καθώς επίσης η υποθήκευση ολόκληρης της Ελλάδας.

Όλα αυτά σε μία χρονική στιγμή που οι δανειστές φοβόντουσαν όσο τίποτα άλλο μία ελληνική χρεοκοπία που μπορεί μεν να ήταν επώδυνη, αλλά θα οδηγούσε τη χώρα στην έξοδο από την κρίση, ενδεχομένως με ένα δικό της εθνικό νόμισμα.

Με απλά λόγια, το αργότερο τότε θα μπορούσε η Ελλάδα να προβεί σε αναβολή πληρωμών, να μετατρέψει όλο το εξωτερικό χρέος της σε δραχμές και στη συνέχεια να το πληρώνει στο δικό της νόμισμα. Ως εκ τούτου, η υποτίμηση του δεν θα επιβάρυνε μόνο την ίδια αλλά, επίσης, τους δανειστές της – ενώ το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος θα μειωνόταν πληθωριστικά.

Επομένως, αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στην Ελλάδα, δεν ήταν ούτε ο κ. Γ. Παπανδρέου, ούτε οι προηγούμενες κυβερνήσεις – αλλά ο υπουργός που τον ανέτρεψε, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει.

Σε κάθε περίπτωση, τα βραχυπρόθεσμα οφέλη για την Ελλάδα από το PSI ήταν μηδενικά. Αυτό τουλάχιστον συμπεραίνεται από το ύψος του δημοσίου χρέους, το οποίο μειώθηκε μόλις κατά 51,3 δις € το 2012, σε σχέση με το 2011 – όπως φαίνεται από το επόμενο γράφημα.


Όσον αφορά την εξοικονόμηση από τη μείωση των επιτοκίων, αυτή θα είχε συμβεί ούτως ή άλλως. Μεταξύ άλλων μετά τη δήλωση του κ. Ντράγκι το καλοκαίρι του 2012 πως θα στηρίξει το ευρώ με κάθε τρόπο – οπότε όλα τα επιτόκια δανεισμού της Ευρωζώνης μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Η επόμενη περίοδος 

Μετά το 2011 η Ελλάδα βυθίστηκε ακόμη περισσότερο στην ύφεση, αφού η νέα της κυβέρνηση, υπό τον κ. Α. Σαμαρά, δεν εφάρμοσε το πρόγραμμα που είχε αναγγείλει προεκλογικά – υιοθετώντας βασιλικότερα του βασιλιά ένα δεύτερο μνημόνιο. Έτσι συνεχίσθηκε το καθοδικό σπιράλ του θανάτου, το οποίο μπορεί να καταστρέψει ακόμη και την πιο ισχυρή οικονομία.

Η αιτία είναι το ότι, όπως φαίνεται στο γράφημα, η ύφεση προκαλεί μία σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων που επαναλαμβάνονται διαρκώς. Από την επάνω πλευρά η ύφεση προκαλεί ανεργία, η ανεργία μειώνει τη ζήτηση, η μειωμένη ζήτηση περιορίζει τις επενδύσεις κοκ.


Το 2014 τώρα ο κ. Σαμαράς, είτε επειδή έχανε τους ψηφοφόρους του, είτε λόγω του ότι κατάλαβε το λάθος του, άλλαξε εντελώς τακτική – παύοντας να μειώνει τις δημόσιες δαπάνες και να αυξάνει τους φόρους. Έτσι η Ελλάδα επανήλθε σε μία μικρή πορεία ανάπτυξης, ικανή να την καταστήσει μακροπρόθεσμα φερέγγυα – εάν στηριζόταν βέβαια από τη Γερμανία, με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων με τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ, καθώς επίσης με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Το γεγονός αυτό συμπεραίνεται από τον Πίνακα Ι, στον οποίο φαίνονται τα αποτελέσματα των μέτρων συγκεντρωτικά, για ολόκληρη την πενταετία. Τα μέτρα αυτά ήταν καταστροφικά έως και το 2013, ενώ θα ήταν ακόμη περισσότερο, εάν δεν είχε αλλάξει πορεία η κυβέρνηση το 2014.

Πίνακας Ι: Τα μέτρα που λήφθηκαν ως ποσοστά επί του ΑΕΠ 2009


Έτη/μέτρα 2010 2011 2012 2013 2014 Σύνολα







(Ι) Αύξηση εσόδων 4,2 4,0 2,3 1,3 0,5 12,3
(ΙΙ) Μείωση δαπανών 4,7 3,2 2,2 3,0 -0,9 12,2







Σύνολα Ι + ΙΙ 8,9 7,2 4,5 4,3 -0,4 24,5


Όπως συμπεραίνεται από τον Πίνακα I, η μείωση των δαπανών ήταν περίπου ίση με την αύξηση των εσόδων (12,3% και 12,2%). Ως εκ τούτου, όλα όσα λέγονται περί μη συμμόρφωσης των κυβερνήσεων όσον αφορά τον περιορισμό των δαπανών, καθώς επίσης πως αύξαναν μόνο τους φόρους, είναι απολύτως παραπλανητικά – αποσκοπώντας προφανώς στην ενοχοποίηση των εκάστοτε κυβερνήσεων με τα «λάθη» των δανειστών.

Έχει διαπιστωθεί επίσης ότι, η μείωση της δημόσιας κατανάλωσης ήταν αυτή που επηρέασε πολύ αρνητικά το ΑΕΠ της χώρας – αφού αφαιρέθηκε τριπλάσια ζήτηση σχετικά με την Πορτογαλία. Επί πλέον πως ο πολλαπλασιαστής των δαπανών ήταν εκθετικά υψηλότερος από τον αντίστοιχο των εσόδων, όσον αφορά το επίπεδο της ύφεσης.

Έτσι το ΑΕΠ μας μειώθηκε στο -28% το 2013, όπου η κυβέρνηση του κ. Α. Σαμαρά έλαβε με τη σειρά της πολύ αυστηρά μέτρα κατ’ εντολή των δανειστών, περιοριζόμενο τελικά στο -25,5% για ολόκληρη την πενταετία, λόγω αλλαγής της πολιτικής της το 2014. Δυστυχώς όμως, η Γερμανία δεν τον στήριξε, ενώ ο κ. Τσίπρας τον ανέτρεψε, μετά από την πρόκληση πρόωρων εκλογών. Έτσι οδηγηθήκαμε στην περιπέτεια του 2015, κατά τη διάρκεια της οποίας το ένα λάθος διαδεχόταν το άλλο.

Ξεκινάμε εδώ από το συμβιβασμό της 20ης Φεβρουαρίου, όπου ο τότε υπουργός οικονομικών υποσχέθηκε την πλήρη αποπληρωμή του χρέους. Συνεχίζουμε με το δημοψήφισμα που δεν έγινε σεβαστό και καταλήγουμε στο μνημόνιο νούμερο τρία, με το οποίο επικυρώθηκαν όλα τα υπόλοιπα – αφού πλέον η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων τα ενέκρινε στη Βουλή. Τα σημαντικότερα μέρη του 3ου μνημονίου είναι οι εξής τρεις σοβαρότατες ρήτρες:

(α) η ρήτρα αναγνώρισης του συνολικού δημοσίου χρέους, οπότε της πλήρους και έγκαιρης αποπληρωμής του, 

(β) Η ρήτρα παραίτησης από τυχόν ονομαστική διαγραφή (κούρεμα) του χρέους και 

(γ) η ρήτρα υποθήκευσης προς ρευστοποίηση της δημόσιας περιουσίας, μέσω της σύστασης ενός ανάλογου οργανισμού (Υπερταμείο).

Ολοκληρώνοντας το πρώτο μέρος, από εκείνο το χρονικό σημείο και μετά η Ελλάδα μετατράπηκε σε άβουλη αποικία των δανειστών της – παραχωρώντας τόσο τη δημόσια περιουσία της με το Υπερταμείο, όσο και την ιδιωτική με τον αφελληνισμό των τραπεζών που κόστισε στη χώρα μας πάνω από 40 δις €, ενώ κανένας δεν γνωρίζει τι θα συμβεί με τις κρατικές εγγυήσεις ύψους περίπου 90 δις €.

Δεύτερο μέρος

Στο δεύτερο τώρα μέρος της ομιλίας θα αναφερθούμε στο πρόβλημα των ελλειμματικών Θεσμών – επειδή, με κριτήριο την ιστορία, καμία χώρα δεν μπορεί να αναπτυχθεί, εάν δεν έχει σωστούς και λειτουργικούς Θεσμούς. Επίσης όμως η ιστορία έχει αποδείξει πως δύσκολα επιτυγχάνεται η αναμόρφωση τους αναίμακτα – αλλά, συνήθως, με επαναστάσεις, όπως συνέβη στην Κίνα (ανάλυση).

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι δημοκρατικοί και οι κρατικοί Θεσμοί της Ελλάδας, όπως είναι το Κοινοβούλιο, τα Δικαστήρια, οι Εφορίες, η δημόσια διοίκηση γενικότερα, τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά συνδικάτα κοκ. δεν είναι αποτελεσματικοί, όπως θα έπρεπε να είναι σε μία ανεπτυγμένη χώρα.

Ειδικότερα, η συνειδησιακή υπευθυνότητα τους απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας είναι ελάχιστα εξελιγμένη – ενώ τόσο η δημόσια διοίκηση, όσο και οι πολιτικοί, δεν απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των Πολιτών.

Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μη ομαλή, ελαττωματική, ανορθολογική λειτουργία των κοινωφελών υπηρεσιών – όπως, για παράδειγμα, του φορολογικού συστήματος της χώρας. Το σύστημα αυτό, επειδή δεν είναι ανταποδοτικό αφού οι φόροι που πληρώνονται δεν επιστρέφονται στους Πολίτες, με τη μορφή των αντίστοιχων δημοσίων υπηρεσιών, δεν γίνεται όσο θα έπρεπε σεβαστό από τους Έλληνες – με αποτέλεσμα να προσπαθούν δυστυχώς να το παρακάμψουν, με διάφορα τεχνάσματα.

Αναποτελεσματικές και μη αποδοτικές είναι επίσης οι κρατικές επιχειρήσεις όπως, για παράδειγμα, η ΔΕΗ, ο ΟΣΕ, η ΔΕΠΑ κοκ. – ενώ η διαφθορά, καθώς επίσης η ανεπαρκής, υπερβολική γραφειοκρατία, διογκώνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα της χώρας.

Η κατάσταση αυτή δεν έχει σχέση βέβαια με την ιδιαιτερότητα ή με τον κακό χαρακτήρα των Ελλήνων – αλλά με την ανορθολογική εξέλιξη των Θεσμών, με αποτέλεσμα να απολαμβάνουν μία περιορισμένη έως ελάχιστη νομιμοποίηση στις συνειδήσεις των Πολιτών.

Αναλυτικότερα, η Ελλάδα ανεξαρτητοποιήθηκε ως κράτος το 1821, μετά από πολλούς αιώνες υποδούλωσης σε έναν λαό χαμηλού επιπέδου και διαφορετικής θρησκείας. Στη συνέχεια ακολούθησαν εμφύλιοι πόλεμοι, πολιτικές αναταραχές, παγκόσμιες συρράξεις, κατοχή εκ μέρους άλλων κρατών, η δικτατορία του 1967/74, καθώς επίσης η επιστροφή της δημοκρατίας – η οποία όμως χαρακτηριζόταν από την απόλυτη κυριαρχία ορισμένων πλούσιων οικογενειών.

Από οικονομικής πλευράς, τα μισά χρόνια μετά την απελευθέρωση της η Ελλάδα ήταν χρεοκοπημένη, με όλα όσα δεινά κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Επομένως, οι Θεσμοί της χώρας δεν κατάφεραν ποτέ να εξελιχθούν, ενώ οι Πολίτες της δεν μπόρεσαν ποτέ να τους εμπιστευθούν – με αποτέλεσμα να αποτελούν σήμερα τη βασική αιτία των προβλημάτων της.

Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα, λόγω ακριβώς των αδύναμων Θεσμών της, δεν έπρεπε να είχε υιοθετήσει ποτέ το ευρώ – με τα προβλήματα τουλάχιστον που έχει το κοινό νόμισμα, ακόμη και σήμερα. Η είσοδος της στην Ευρωζώνη, σε συνδυασμό με τους νοσηρούς Θεσμούς της, είναι αυτή που προκάλεσε την τελική καταστροφή.

Η αιτία είναι το ότι μία χώρα, με αδύναμους έως νοσηρούς Θεσμούς, μπορεί να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως η Ελλάδα μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη, έτσι όπως φαίνεται στο γράφημα, εάν χρηματοδοτούνται από αυξημένες εισροές κεφαλαίων.


Η ανάπτυξη όμως αυτή αποτελεί ταυτόχρονα τη βασική αιτία της καταστροφής της – επειδή, λόγω των αδύναμων Θεσμών της, δεν έχει τη δυνατότητα να καταπολεμήσει τις ανισορροπίες που νομοτελειακά προκαλεί.

Ολοκληρώνοντας το δεύτερο μέρος, όταν αντιστρέφονται οι ροές των κεφαλαίων, όπως συνέβη μετά την κρίση του 2008 και τα ξένα χρήματα την εγκαταλείπουν, τότε η χώρα βυθίζεται στην ύφεση, υπερχρεώνεται και χρεοκοπεί. Πόσο μάλλον όταν είναι μέλος μίας νομισματικής ένωσης, η οποία δεν διαθέτει κανενός είδους εργαλείο αντιμετώπισης οικονομικών κρίσεων.

Τρίτο μέρος

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος τώρα θα αναφερθούμε στις λύσεις για την Ελλάδα, στο πλαίσιο ενός νέου Συντάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη ερώτηση που τίθεται είναι γιατί να θέλει μία χώρα να αλλάξει το Σύνταγμα της. Κατά την άποψη μας, η απάντηση είναι πολύ απλή:

επειδή όχι μόνο δεν τη βοήθησε το υφιστάμενο Σύνταγμα να αντιμετωπίσει τα οικονομικά της προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων των θεσμικών της ελλειμμάτων αλλά, πολύ χειρότερα, επέτρεψε την απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας – με την υπαγωγή της σε μία μη εκλεγμένη απολυταρχική διακυβέρνηση των δανειστών της, η οποία έχει τη δυνατότητα να μην το τηρεί καθόλου.

Ως εκ τούτου, αυτό που πρέπει να απασχολήσει τους ειδικούς, όσον αφορά ένα νέο Σύνταγμα, είναι το πώς θα προστατεύεται η Ελλάδα στο μέλλον από ανάλογες καταστάσεις. Επίσης από όλες εκείνες τις εγχώριες ασθένειες που την οδήγησαν στην υπερχρέωση, όπως είναι η διαφθορά, η διαπλοκή, το πελατειακό κράτος, η σπατάλη των δημοσίων πόρων, η ασυδοσία των πολιτικών και των ΜΜΕ κοκ.

Κάτω από αυτή την οπτική γωνία, οι προτάσεις των δύο μεγαλυτέρων πολιτικών κομμάτων όσον αφορά τις συνταγματικές αλλαγές, παρά το ότι έχουν κάποιες σωστές τοποθετήσεις, όπως είναι η κατάργηση της διάταξης περί ευθύνης των υπουργών, δεν είναι αρκετές. 

Η σημαντικότερη αλλαγή, κατά την άποψη μας, είναι η ψήφιση των βασικών νόμων απ’ ευθείας από τους Πολίτες, όπως συμβαίνει στην Ελβετία, καθώς επίσης ο έλεγχος της τήρησης τους από τους ίδιους. Η άμεση Δημοκρατία δηλαδή, αφού η αντιπροσωπευτική έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο της.

Επόμενη αλλαγή είναι η διενέργεια εκλογών μόνο κάθε τέσσερα χρόνια, σε μία προκαθορισμένη ημερομηνία, χωρίς καμία δυνατότητα διεξαγωγής πρόωρων – καθώς επίσης ο περιορισμός των βουλευτών στους 200. Φυσικά η έντιμη απλή αναλογική, καθώς επίσης ο διαχωρισμός της βουλής από την κυβέρνηση – της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική, όπου οι βουλευτές δεν θα γίνονται μέλη της κυβέρνησης. Εκτός αυτού η πλήρης ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, καθώς επίσης η εθνικοποίηση της κεντρικής τράπεζας – η οποία δεν πρέπει ποτέ να ανήκει σε ιδιώτες.

Από οικονομικής πλευράς, θεωρούμε σημαντικό τον υποχρεωτικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, έτσι ώστε να μην αυξάνονται τα χρέη – καθώς επίσης την ιδιωτικοποίηση όλων των επιχειρήσεων, εκτός από τις κοινωφελείς και τις στρατηγικές. Εκτός αυτού, την ετήσια κατάρτιση ενός κρατικού ισολογισμού με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, για να φαίνεται κάθε φορά η καθαρή θέση του δημοσίου – όχι μόνο το παθητικό, αλλά και το ενεργητικό του.

Έτσι θα αξιολογείται σωστά η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και θα μπορεί να εκδίδει ομόλογα, όταν απαιτείται για τη χρηματοδότηση επενδύσεων – τα οποία δεν θα αγοράζουν μόνο οι ξένοι αλλά, κυρίως, οι Έλληνες. Τότε το κράτος θα είναι πολύ πιο ασφαλές απέναντι σε κινδύνους χρεοκοπίας, η οποία οφείλεται συνήθως στα εξωτερικά χρέη.

Επίλογος 

Σε κάθε περίπτωση, οι λύσεις για την Ελλάδα πρέπει να ξεκινήσουν από την υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος, αφού προηγουμένως ανακτήσει την ανεξαρτησία της – το οποίο θα εξασφαλίζει τη σωστή λειτουργία της κοινωνίας και των Θεσμών. Ενός Συντάγματος που θα την προστατεύει επί πλέον από όλα όσα βιώσαμε από το 1980 έως σήμερα – με αποτέλεσμα να χάσουμε εντελώς την εθνική μας κυριαρχία, να μετατραπούμε σε σκλάβους χρέους των δανειστών μας, καθώς επίσης να κινδυνεύει ακόμη και η εδαφική μας ακεραιότητα.

Εάν τα καταφέρουμε, τότε θα βρεθούν λύσεις για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, αφού πάντοτε υπάρχουν. Αρκεί φυσικά να είναι αποφασισμένος κανείς να ρισκάρει ένα οδυνηρό τέλος, αντί να σκύβει το κεφάλι με δουλοπρέπεια και να ανέχεται μία οδύνη δίχως τέλος. Μία από αυτές είναι ίσως η εξής:

Η λήψη ριζικών αποφάσεων, όπου θα απαιτούσαμε είτε (α) τη συμφωνία των δανειστών εάν όχι στη διαγραφή του 50% του δημοσίου χρέους, τότε στο πάγωμα που πρότεινε το ΔΝΤ είτε (β) το σταμάτημα κάθε είδους διαπραγματεύσεων, αξιολογήσεων κοκ., με την ταυτόχρονη καταγγελία των παράνομων δανειακών συμβάσεων/μνημονίων στα διεθνή δικαστήρια, καθώς επίσης με την απαίτηση αποζημίωσης για την καταστροφή που μας προκάλεσαν τα μνημόνια, την οποία υπολογίζουμε πάνω από 1 τρις €. Επομένως, η μη λήψη νέων δόσεων και άρα η αναπόφευκτη αδυναμία πληρωμών των δανείων που έχουν ληφθεί από τους θεσμικούς δανειστές.

Το τελευταίο ισοδυναμεί ουσιαστικά με τη χρεοκοπία της Ελλάδας εντός της Ευρωζώνης – όπου, εάν επιχειρούσε η ΕΚΤ να μας εκβιάσει με το σταμάτημα της παροχής ρευστότητας στις τράπεζες, θα έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι για τη δρομολόγηση ενός νομίσματος για τις εγχώριες συναλλαγές μας.

Στην περίπτωση τώρα που θα κατηγορούμαστε πως ένα τέτοιο νόμισμα αντίκειται στους κανόνες της νομισματικής ένωσης, τότε θα έπρεπε να περιμένουμε τις αποφάσεις των αρμοδίων ευρωπαϊκών θεσμών. Χωρίς φυσικά να αποχωρήσουμε μόνοι μας από το ευρώ, εκτός εάν μας υποχρέωναν με κάποιον τρόπο που δεν φανταζόμαστε – οπότε θα ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις της ελεγχόμενης επιστροφής μας στη δραχμή, οι οποίες θα διαρκούσαν περισσότερο από δύο χρόνια.

Κλείνοντας θέλω να σας ευχαριστήσω όλους για την υπομονή σας να με ακούσετε, ιδιαίτερα το Σύνδεσμο Εθνικής Ενότητας για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει – καθώς επίσης να ευχηθώ τα καλύτερα για το μέλλον της πατρίδας μας και των παιδιών μας. Σας ευχαριστώ θερμά.

Βασίλης Βιλιάρδος
Οικονομολόγος
E-mail: viliardos@analyst.gr
Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου