MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ιστορική αναδρομή: Οι χώρες που «δολοφόνησε» το ΔΝΤ

Όλα ξεκίνησαν κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν, ανάμεσά σε πολλά άλλα δεινά, η ανθρωπότητα γνώρισε μια περίοδο εξαιρετικά μεγάλης νομισματικής αστάθειας που περιελάμβανε υπερπληθωριστικές τάσεις με φυσικό επακόλουθο τις συχνές και μεγάλες μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Έτσι, λίγο πριν την παύση των πολεμικών εχθροπραξιών ανά την υφύλιο, πραγματοποιήθηκε η Νομισματική και Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών, ευρύτερα γνωστή ως η Διάσκεψη του “Bretton Woods”. 

Στη Διάσκεψη αποφασίστηκε η δημιουργία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), της Παγκόσμιας Τράπεζας, της GATT, καθώς και η υιοθέτηση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που έγινε γνωστό ως το σύστημα του “Bretton Woods”. 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ξεκίνησε να λειτουργεί το 1945, μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σκοπός του ήταν η εποπτεία του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που είχε θεσπιστεί με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο είχε στόχο την αποφυγή της ανταγωνιστικής υποτίμησης των νομισμάτων, όπως εκείνη που οδήγησε στις εμπορικές διαμάχες κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. 


Όταν τα κράτη αντιμετώπιζαν κάποιο «προσωρινό» πρόβλημα στο ισοζύγιο πληρωμών, που δημιουργούσε πιέσεις στη συναλλαγματική ισοτιμία, το ΔΝΤ παρείχε βραχυπρόθεσμα δάνεια ώστε να διατηρηθούν σταθερές. 

Το ΔΝΤ χρηματοδοτείται από τα κράτη-μέλη του οργανισμού, (188 κράτη το 2016, με τελευταίο μέλος το Νότιο Σουδάν τον Απρίλιο του 2012), ανάλογα με το μερίδιο που υπολογίζεται ότι έχουν στη παγκόσμια οικονομία. Με βάση το ποσοστό χρηματοδότησης, κάθε κράτος έχει και το αντίστοιχο μερίδιο σε ψήφους. Βάσει των συμφωνιών που διέπουν το ΔΝΤ, κάθε χώρα μπορεί να δανειστεί ετησίως το 200% των ποσών που συνεισφέρει και 600% συνολικά -σε εξαιρετικές περιπτώσεις- ποσοστό που παύει να ισχύει, όπως στην περίοδο της κρίσης που διανύουμε. 

Με την κατάρρευση αυτού του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών τη δεκαετία του 1970, το ΔΝΤ απέμεινε σχεδόν χωρίς σκοπό. Ο ρόλος του ΔΝΤ απέκτησε ξανά σημασία τη δεκαετία του ’80, όταν κατέστη ο βασικός διεθνής φορέας για την αντιμετώπιση της κρίσης εξωτερικού χρέους. 

Το ΔΝΤ αποτελεί τον βασικό δανειστή μέσω διαφόρων τυποποιημένων προγραμμάτων και επιβαλλόμενων οικονομικών πολιτικών, εφόσον εκδηλωθεί σχετικό ενδιαφέρον από την υποψήφια χώρα. Το πιο διαδεδομένο πρόγραμμα στο παρελθόν ήταν οι λεγόμενες «Συμφωνίες Υποστήριξης». Είχαν διάρκεια συνήθως ενός ή δύο ετών, αλλά είχαν τη δυνατότητα να επεκταθούν ακόμη και σε τρία έτη, ενώ η αποπληρωμή ολοκληρωνόταν σε διάστημα τριών έως πέντε ετών. Με χαμηλά επιτόκια (τρέχοντα περίπου στο 1,5%, συν όποιο πριμ είχε συμφωνηθεί, έως 2%). Το σημαντικό χαρακτηριστικό ήταν ότι η εκταμίευση του δανείου γινόταν τμηματικά, υπό τον όρο ότι θα είχαν επιτευχθεί οι οικονομικοί στόχοι της συμφωνίας βάσει των τακτικών εκθέσεων (τρίμηνες ή εξάμηνες) από ειδικό κλιμάκιο, με έδρα στη χώρα η οποία είχε αιτηθεί δανεισμού. 


Οι συνήθεις πολιτικές του ΔΝΤ 

Το ειδικό βάρος του ΔΝΤ προέρχεται από τον έλεγχο των οικονομιών των κρατών στα οποία εμπλέκεται, ώστε να συνεχίσει να εκταμιεύει κανονικά τα δάνεια τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Για αυτό το λόγο το ΔΝΤ αποτελεί για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ένα κέντρο συλλογής και παροχής πληροφοριών, γεγονός το οποίο δίνει τη δυνατότητα να αποστέλλει «μηνύματα» προς τις διεθνείς αγορές χρήματος όσον αφορά στο ποια κράτη ακολουθούν ορθές ή μη οικονομικές πολιτικές. Παρέχοντας βραχυπρόθεσμη ρευστότητα, το ΔΝΤ εγγυάται, μέσω των οικονομικών προγραμμάτων που συμφωνούνται, την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές. 

Το ίδιο το ΔΝΤ συγκεντρώνει τα κεφάλαια του από τις τακτικές εισφορές και εγγυήσεις των 188 κρατών-μελών του, με τις ισχυρότερες βέβαια οικονομίες να προσφέρουν τις υψηλότερες χρηματικές εισφορές στο ταμείο, αλλά να έχουν και την ισχυρότερη επιρροή στη στρατηγική και τις αποφάσεις του οργανισμού. Ιδιαίτερα οι ΗΠΑ έχουν σαφέστατα τον πρώτο λόγο, γεγονός που βεβαίως δεν ικανοποιεί συχνά τα ευρωπαικά κράτη, αλλά ούτε τις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη που διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν επιθυμούσαν αρχικά την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ, καθώς με τον τρόπο αυτό η Ουάσιγκτον θα είχε εμμέσως πλην σαφώς μεγαλύτερη ανάμειξη στα εσωτερικά τής Ευρωπαικής Ένωσης και στη δημοσιονομική στρατηγική της. 

Στην πράξη, όμως, η δράση του Ταμείου έχει προκαλέσει σοβαρότατες επικρίσεις. Με έδρα την Ουάσιγκτον και δομή που δίνει στις οικονομικά ισχυρότερες χώρες μεγαλύτερη επιρροή στις αποφάσεις του, το ΔΝΤ κατηγορείται για προώθηση και εξυπηρέτηση συμφερόντων του Λευκού Οίκου και των Δυτικών επιχειρηματικών κολοσσών, ανά τον πλανήτη. Παράλληλα, πολυάριθμες μελέτες αποδεικνύουν ότι η εμπλοκή του Ταμείου στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου συνοδεύτηκε στις περισσότερες περιπτώσεις από δραματική αύξηση της φτώχειας, την ανεργίας και της έλλειψης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε θανάτους και διάδοση ασθενειών. 


Σύντομη αναδρομή στις παρεμβασεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου
Οι παρεμβάσεις του ΔΝΤ έχουν υποστεί έντονη κριτική όχι μόνο για την κοινωνικά άδικη στόχευση προς τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και γενικότερα τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ως προς την αποτελεσματικότητά τους, αφού δεν είναι λίγες οι φορές όπου η συνδρομή – παρεμβολή του αποδείχτηκε ή χαρακτηρίστηκε ως αποτυχημένη και καταστροφική. 

Βρετανία 

Η κατάρρευση της στερλίνας έναντι του δολαρίου το 1976 έθεσε τη Βρετανία σε οικονομική και ταυτόχρονα πολιτική κρίση. Η κυβέρνηση των Εργατικών προχώρησε στην ταπεινωτική κίνηση της προσφυγής στο ΔΝΤ (που μέχρι τότε βοηθούσε οικονομικά μόνο χώρες του τρίτου κόσμου) και ζήτησε δάνειο 2,3 δισεκ. στερλινών. Το τίμημα ήταν βαρύ, καθώς το ΔΝΤ απαίτησε από το Λονδίνο επώδυνες περικοπές κρατικών δαπανών. 

Ρωσία 

Το ιστορικό του ΔΝΤ στη Ρωσία θεωρείται από πολλούς οικονομικούς αναλυτές οδυνηρό. Η χώρα έλαβε δάνεια τουλάχιστον 20 δισεκ. δολαρίων από το 1992 έως το 1996 και άλλα 41,5 δισεκ. δολάρια το 2008, όμως, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει ποτέ τις ζητούμενες από το ΔΝΤ μεταρρυθμίσεις. Λανθασμένες οικονομικές πολιτικές και κατηγορίες για κακοδιαχείριση, οδήγησαν εν τέλει στη χρεοκοπία.


Τουρκία 

Αποτελεί τακτικό «πελάτη» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, καθώς έχει λάβει κατ” επανάληψη δάνεια από το Ταμείο. Μερικά παραδείγματα αποτελούν τα 4 δισεκ. δολάρια του 1999, τα 7,5 δισεκ. δολάρια του 2000 και το τριετές πρόγραμμα των 10 δισεκ. δολαρίων που συμφωνήθηκε το 2004. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η εμπλοκή του στην οικονομία της Τουρκίας έχει στεφθεί από επιτυχία, όμως, εξαιτίας των αυστηρών όρων που έχει, αποτελεί «κόκκινο πανί» για τους Τούρκους, με αποτέλεσμα τις συχνές διαδηλώσεις και πορείες διαμαρτυρίας κατά του οργανισμού. Για αυτό το λόγο, ο Ερντογάν απέφευγε με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια της τελευταίας οικονομικής κρίσης να προσφύγει στο ΔΝΤ, γνωρίζοντας ότι οι απαιτήσεις του οργανισμού για μειώσεις κρατικών δαπανών και αναδιάρθρωση του προϋπολογισμού θα στοίχιζαν πολιτικά. 

Μεξικό 

Το Μεξικό ήταν η πρώτη χώρα που υπέγραψε τη λεγόμενη «Γραμμή Ευέλικτης Πίστωσης» με το ΔΝΤ, το οποίο με τη σειρά του συνεργάστηκε με το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ για την παροχή δανείου ύψους 30 δισεκ. δολαρίων το οποίο δόθηκε το 1995. Ως αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων που επέβαλε, ο αριθμός των Μεξικανών που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας ξεπέρασε το 50% και ο κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά τουλάχιστον 20%. 


Ασιατική κρίση 

Την ώρα που το ντόμινο της ασιατικής κρίσης απειλούσε κατά τη διάρκεια της περιόδου 1997-1998 να φτάσει μέχρι την Ιαπωνία, το ΔΝΤ παρείχε δάνεια 55 δισεκ. δολαρίων στην Κορέα, 17 δισεκ. στην Ταϊλάνδη και 23 δισεκ. στην Ινδονησία. Αποτέλεσε τη μεγαλύτερη μέχρι στιγμής «διάσωση» του ΔΝΤ και συνοδεύτηκεαπό το πρόγραμμα που έμεινε γνωστό ως SAP (Structural Adjustment Policies), μέσω του οποίου επιβάλλονταν μέτρα λιτότητας, όπως η περικοπή των κρατικών δαπανών, η αύξηση των επιτοκίων, η αναδιάρθρωση του χρηματοοικονομικού συστήματος, η ανάκληση αποφάσεων για την προστασία του εμπορίου και η ρευστοποίηση αφερέγγυων επιχειρήσεων. Τα προγράμματα προκάλεσαν σημαντική υποτίμηση των νομισμάτων, κύμα χρεοκοπιών, δραματική απώλεια θέσεων εργασίας και αύξηση των τιμών στα είδη βασικής ανάγκης, πυροδοτώντας κοινωνικές αναταραχές και βίαιες διαδηλώσεις, με αποκορύφωμα την μετατροπή των εθνικών οικονομικών κρίσεων των προαναφερθεισών χωρών σε μία τεραστίων διαστάσεων παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Μαλαισία, η οποία δεν αποδέχτηκε τελικώς τη βοήθεια του ΔΝΤ αλλά προτίμησε κάποιες ανορθόδοξες για το ΔΝΤ οικονομικές πολιτικές, ήταν η πρώτη χώρα που ξεπέρασε την κρίση. 

Βραζιλία 

Έλαβε 41,5 δισεκ. δολάρια το 1998 και άλλα 30 δισεκ. δολάρια το 2002. Το ΔΝΤ είχε ζητήσει από τη Βραζιλία να εμφανίσει πλεονασματικό προϋπολογισμό, κάτι που σήμαινε χρόνια περικοπή δαπανών και κατάργηση μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας στο Δημόσιο Τομέα οδηγώντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στην ανεργία και ύφεση της οικονομίας.


Αργεντινή 

Στα τέλη του 2000 και υπό την απειλή χρεοκοπίας, η Αργεντινή εξασφάλισε δάνειο 40 δισεκ. δολαρίων από το ΔΝΤ. Η διαχείριση της κρίσης εκ μέρους του οργανισμού κρίνεται αποτυχημένη, κυρίως γιατί επέβαλε τους ίδιους όρους λιτότητας που είχαν χρησιμοποιηθεί και κατά την ασιατική κρίση του ’97. Το 2001 η χώρα δεν απέφυγε τελικώς τη χρεοκοπία (μείωση 22% του ΑΕΠ μεταξύ 1998-2002) και το τραπεζικό της σύστημα κατέρρευσε. Ακολούθησαν τρία χρόνια επώδυνης οικονομικής συρρίκνωσης και πολιτικής κρίσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1999 έως το 2001, περίοδο εφαρμογής των πολιτικών του, το ΔΝΤ προέβλεπε ρυθμούς μεγέθυνσης 1,5 , 3,7, και 2,6 για κάθε έτος, ενώ οι πραγματικοί ρυθμοί κατέληξαν σε -0,8 , -4,4 και -10,9 αντίστοιχα. 

Λετονία 

Το ΔΝΤ και η ΕΕ αποφάσισαν να στηρίξουν από κοινού τη χώρα κατά την κρίση του 2008, με ένα δάνειο 1,7 δισεκ. δολαρίων. Ενώ οι κινήσεις περικοπής δαπανών ικανοποίησαν τους Ευρωπαίους, το ΔΝΤ θεώρησε ότι η Λετονία δεν επιδεικνύει επαρκή πολιτική βούληση, με αποτέλεσμα να επιβάλει αυστηρότερους όρους. Το ρήγμα ανάμεσα σε ΔΝΤ και ΕΕ προκάλεσε καθυστερήσεις στην εκταμίευση των δόσεων. 

Εστιάζοντας περισσότερο στη δράση του ΔΝΤ, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η παρέμβασή του στη χώρα συνδέεται με σημαντική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας κατά 18% μέσα σε ένα μόλις έτος. Από μόνο του το μέγεθος συνιστά μέγιστη πολιτική αποτυχία, χωρίς να αναφερθεί η αύξηση της ανεργίας από 6,2% το 2007 σε 22% τον Δεκέμβρη του 2009, καθώς πρόκειται για από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στη σύγχρονη ιστορία. Τα αποτελέσματα αυτά προήλθαν από τον στόχο μείωσης του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού από 8% σε 3% έως το έτος 2012 σε συνθήκες κρίσης. Στα μέτρα που χρησιμοποιήθηκαν περιλαμβάνονταν μειώσεις μισθών κατά 20%, συντάξεων κατά 10% και απολύσεις ποσοστού 20-30% των δημοσίων υπαλλήλων. Επίσης, η συμφωνία περιελάμβανε κλείσιμο σχολείων, απολύσεις δασκάλων και κλείσιμο νοσοκομείων, ώστε να μειωθούν οι δαπάνες. 

Αυτές οι πολιτικές προφανώς, όπως παραδέχεται και το ΔΝΤ, μείωσαν την εσωτερική ζήτηση και την καταναλωτική δαπάνη, οι τράπεζες συνέχισαν να συστέλλουν την πίστη και οι προοπτικές μεγέθυνσης εξαρτούνταν από την ανάκαμψη της παγκόσμιας ζήτησης που θα «τραβουσε» κάποιον εξαγωγικό τομέα της οικονομίας. 

Ισλανδία 

Ήταν η πρώτη βιομηχανική χώρα που χρειάστηκε τη διάσωση του ΔΝΤ από τη συμφωνία της Βρετανίας το 1976. Υπό την απειλή χρεοκοπίας, η Ισλανδία πήρε δάνειο 2,4 δισεκ. δολαρίων αφού ανέβασε τα επιτόκια στο 18%, σε μία προσπάθεια να στηρίξει το νόμισμά της, την κορόνα. Ο οργανισμός, όμως, καθυστέρησε την εκταμίευση των δόσεων σε μια εκβιαστική κίνηση που είχε ως στόχο να πιέσει τη χώρα να αποζημιώσει τη Βρετανία και την Ολλανδία για τα χρήματα που έχασαν οι πολίτες τους στις ισλανδικές τράπεζες. Παράλληλα, επέβαλλε σκληρούς όρους, όπως μείωση κατά 10% των δαπανών όλων των υπουργείων και αύξηση των επιτοκίων. 


Ουγγαρία 

Το ΔΝΤ από κοινού με την Ε.Ε. προσέφεραν συνδυασμένο πακέτο σωτηρίας, ύψους 25 δισεκ. δολαρίων, ενώ η πτώση της τιμής του φιορινιού καθιστούσε αδύνατη την αποπληρωμή χρεών. Σε αντάλλαγμα η Βουδαπέστη υποσχέθηκε να μειώσει τις δαπάνες της στο δημόσιο τομέα και να θέσει υπό έλεγχο το έλλειμμά της. 

Εν μέσω προβλημάτων ρευστότητας λόγω της κρίσης του 2008, πήρε δάνειο 16,5 δισεκ. δολαρίων. Όμως, οι απαιτήσεις του ΔΝΤ για περικοπές δαπανών, πωλήσεις τραπεζών και ενίσχυση του χρηματοοικονομικού συστήματος ενέτειναν την πολιτική κρίση της χώρας. Βλέποντας ότι οι όροι του δεν ακολουθούνται, το ΔΝΤ πάγωσε τη συνεργασία του. 

Λευκορωσία 

Για το ασυνήθιστα μεγάλο (για τα δεδομένα της χώρας) δάνειο των 2,5 δισεκ. δολαρίων, η Λευκορωσία συμφώνησε να προχωρήσει στην υποτίμηση του νομίσματος κατά 20% και να παγώσει τους μισθούς. 

Πακιστάν 

Η κρίση, σε συνδυασμό με την πολιτική αστάθεια και την αυξημένη απειλή της τρομοκρατίας, έφερε τα οικονομικά του Πακιστάν σε επικίνδυνη κατάσταση το 2008. Το ΔΝΤ συμφώνησε να χορηγήσει δάνειο 7,6 δισεκ. δολαρίων. Για να το εξασφαλίσει, το Ισλαμαμπάντ υποσχέθηκε να θέσει υπό έλεγχο το έλλειμμά του και τον πληθωρισμό. Ως αντάλλαγμα αναγκάστηκε να αναστείλει τις επιδοτήσεις σε ενέργεια, πετρέλαιο και λιπάσματα, να μειώσει τις κρατικές δαπάνες, να αυξήσει τους φόρους και τα επιτόκια. 


Σερβία 

Το 2009 χρειάστηκε δάνειο 3 δισεκ. ευρώ για να ξεπεράσει την κρίση του 2008. Για να το εξασφαλίσει συμφώνησε σε σκληρούς όρους, όπως η απώλεια του 1/5 των 70.000 θέσεων εργασίας του δημοσίου τομέα και το πάγωμα των μισθών. 

Ρουμανία 

Οι όροι λιτότητας που επέβαλε το ΔΝΤ για το δάνειο των 20 δισεκ. ευρώ, το 2009, «έριξαν» την κυβέρνηση της Ρουμανίας, προκαλώντας την αναστολή της εκταμίευσης των δόσεων. Η ροή της χρηματοδότησης αποκατστάθηκε σχετικώς, μόνο όταν η νέα κυβέρνηση ενέκρινε μέτρα όπως η σύνδεση των συντάξεων με τον πληθωρισμό, έναντι του μέσου όρου των μισθών. 

Σρι Λάνκα 

Αν και οι διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών το 2009 ήταν ιδιαίτερα ασταθείς, το ΔΝΤ συμφώνησε να χορηγήσει δάνειο 2,5 δισεκ. δολαρίων στη Σρι Λάνκα προκειμένου να αντιμετωπίσει την τελευταία οικονομική κρίση και να ανοικοδομήσει τη χώρα μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. 


Πορτογαλία, Ισπανία και Ιρλανδία 

Τα πρώτα σημάδια αυτοκριτικής και αναγνώρισης του «λάθους» των επιβαλλόμενων πολιτικών στις υπερχρεωμένες χώρες αναγνωρίσθηκαν ΔΝΤ, με την παραδοχή της εσφαλμένης εκτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών που χρησιμοποιήθηκαν στα προγράμματα λιτότητας, με συνέπεια τη μεγαλύτερη του προσδοκωμένου ύφεση των οικονομιών αυτών. Η καταστροφική και αδιέξοδη κατάληξη των πολιτικών λιτότητας που επέβαλλε με απλές διακρατικές συγκρίσεις κατέδειξε πως όσο ισχυρότερες είναι οι πολιτικές λιτότητας, τόσο μεγαλύτερη είναι η ύφεση των οικονομιών, οι οποίες τις υφίστανται και τόσο μεγαλύτερη είναι η αύξηση του βάρους των κρατικών χρεών. Όσο ο πληθωρισμός πέφτει, η ανεργία αυξάνεται και η βιομηχανική και οικονομική δραστηριότητα βουλιάζει σε όλη την Ευρώπη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου