MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Αγοράζω ελληνικά;

Η υιοθέτηση της πολιτικής της υποτέλειας και των υποκλίσεων, εκ μέρους των κυβερνήσεων της χώρας μας, έχει οδηγήσει στην πλήρη καταστροφή του παραγωγικού μας ιστού – οπότε στην απαξίωση και εξαφάνιση των ελληνικών προϊόντων

«Είναι γεγονός πως εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες συνηθίζουμε περισσότερο να φορτώνουμε «στους άλλους» ή στους ξένους τα δεινά που μας ταλαιπωρούν και ελάχιστα στον εαυτό μας ή στα δικά μας λάθη – ενώ προτιμάμε να διαμαρτυρόμαστε στον καναπέ απέναντι από την τηλεόραση, όχι όμως να κάνουμε συνειδητά μερικά πρακτικά και αποτελεσματικά πράγματα που θα βοηθούσαν εμάς, την οικογένεια και την εθνική μας οικονομία. 

Ο λόγος φυσικά για την έλλειψη καταναλωτικής συνείδησης που διακρίνει τους περισσότερους Έλληνες, κάτι που οδήγησε μόνο μέσα στην περίοδο 2009-2014 στην (επί πλέον) υπερχρέωση της Ελλάδος, ούτε λίγο, ούτε πολύ, με το αστρονομικό ποσό των 150 δισεκατομμυρίων Ευρώ από την διαφορά των μαζικών εισαγωγών και των ανεπαρκών εξαγωγών της χώρας μας, όπως προκύπτει από τον πίνακα συνολικών εισαγωγών και εξαγωγών την εξαετία 2009 – 2014. 

Δυστυχώς πολλοί Έλληνες, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έλλειψη καταναλωτικής συνείδησης, η οποία στην σημερινή εποχή ισοδυναμεί με ομαδική οικονομική αυτοκτονία, αρκούνται στο ψυχολογικό άλλοθι πως (τάχα) στην χώρα μας δεν παράγουμε τίποτα και είμαστε αναγκασμένοι να καταναλώνουμε εισαγόμενα προϊόντα. Το «επιχείρημα» αυτό ακούγεται δυστυχώς από πάρα πολλούς Έλληνες, ενώ δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ψεύτικη και ηθελημένη αυταπάτη, για να δικαιολογήσουμε την ξενομανία και την ασυγχώρητη έλλειψη καταναλωτικής συνείδησης που μας διακρίνει.

Ας σκεφτούμε επιτέλους σαν καταναλωτές πως για να βγούμε από την παγίδα, στην οποία βρισκόμαστε, πρέπει να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις. Πρέπει να αγοράζουμε με σχολαστικότητα μόνο προϊόντα που έχουν την ξεκάθαρη ένδειξη «Ελληνικό προϊόν», έτσι ώστε μόνοι μας να δημιουργήσουμε ζήτηση, απασχόληση, ασφαλιστικά και φορολογικά έσοδα για το κράτος, περιορισμό του χρέους με την μείωση των εισαγωγών κλπ.» (πηγή).

Άποψη 

Ο συνεργάτης της ιστοσελίδας, ο οποίος ξεκίνησε την ευρηματική σειρά άρθρων με την ονομασία «Αγοράζουμε Ελληνικά!», προσπάθησε όσο καλύτερα μπορούσε να αναδείξει το πρόβλημα του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου της χώρας μας – το οποίο οφείλεται στο ότι, οι εισαγωγές μας ήταν σχεδόν ανέκαθεν μεγαλύτερες από τις εξαγωγές. 

Ένα πρόβλημα που δεν είναι βέβαια μόνο ελληνικό, αφού διαπιστώνεται σε πολλές άλλες αδύναμες, γεωργικές συνήθως χώρες, όσον αφορά τη βιομηχανική τους παραγωγή – επειδή, για παράδειγμα, απαιτούνται οι εξαγωγές πολλών τόνων ντομάτας, για να καλυφθεί η εισαγωγή ενός και μόνο αυτοκινήτου. 

Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται το εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας (γαλάζιες στήλες, αριστερή κάθετος), καθώς επίσης της Πορτογαλίας (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος) – ενός κράτους που, αφού λεηλατήθηκε, μετατράπηκε σε μία περιοχή φθηνού εργατικού κόστους για τη βιομηχανία της Γερμανίας, έχοντας πάρει το όνομα «Χώρα της Lidl».


Προφανώς η ίδια «τύχη» περιμένει και την πατρίδα μας, εάν δεν αντιδράσουμε άμεσα, έτσι ώστε να αποφύγουμε τη μεγάλη σφαγή που προβλέπεται πως θα συμβεί το 2016 (ανάλυση) – κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε, αφού επικρατεί μία εκκωφαντική σιωπή των αμνών, ακόμη πιο έντονη από το παρελθόν.

Τα ελληνικά προϊόντα 

Ειδικά όσον αφορά τα ελληνικά προϊόντα, διαπιστώνεται καθημερινά πως η εγχώρια παραγωγή κυριολεκτικά «στραγγαλίζεται» από το κράτος, όπως συμβαίνει γενικότερα με την επιχειρηματικότητα – από μία κυβέρνηση που επικεντρώνει την προσοχή και τη φροντίδα της στο δημόσιο τομέα, ο οποίος ουσιαστικά ευθύνεται για τη χρεοκοπία μας, τιμωρώντας όλο και αυστηρότερα τον ιδιωτικό. 

Για παράδειγμα, αυξάνει συνεχώς τους φόρους, επιβαρύνοντας ανάλογα τα προϊόντα που παράγει η χώρα μας – τα οποία γίνονται συνεχώς ακριβότερα. Το κόστος τους δεν κλιμακώνεται βέβαια μόνο από τους φόρους. Αυξάνεται επίσης από το κατά πολύ υψηλότερο επιτόκιο δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων, συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές (εάν βέβαια υποθέσουμε πως καταφέρνουν να χρηματοδοτηθούν από τις χρεοκοπημένες ελληνικές τράπεζες), από την αδυναμία επενδύσεων σε νέες μεθόδους παραγωγής που συνήθως βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, από τη συνεχώς μειούμενη κατανάλωση, από τη γραφειοκρατία, από τη διαφθορά του δημοσίου, από τα εμπόδια που τοποθετούνται στο άνοιγμα, ιδίως στο κλείσιμο των επιχειρήσεων κοκ. 

Στο γράφημα φαίνεται η τεράστια διαφορά μεταξύ των επιτοκίων δανεισμού των μικρομεσαίων γερμανικών επιχειρήσεων, για βραχυπρόθεσμα (1-5 χρόνια) δάνεια κάτω του 1 εκ. €, συγκριτικά με τις ισπανικές και τις ιταλικές – ενώ το γεγονός ότι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στην Ιταλία «ευθύνονται» για το 80% των θέσεων εργασίας, καθώς επίσης για το 70% των εθνικών εσόδων, τεκμηριώνει τη σημασία τους για τις συγκεκριμένες χώρες (ανάλογα για την Ελλάδα). 

Περαιτέρω, όλα τα παραπάνω προβλήματα έχουν σαν αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, οπότε γίνονται ασύμφορα τόσο στην εγχώρια αγορά, όσο και στις εξαγωγές – επιδεινώνοντας τρομακτικά το εμπορικό έλλειμμα της πατρίδας μας. Όταν την ίδια στιγμή δε μειώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις, ενώ αυξάνεται η φορολογία των ιδιωτών, οπότε περιορίζεται η αγοραστική τους δυνατότητα, είναι αδύνατη η επιλογή ελληνικών προϊόντων εκ μέρους τους, όσο και αν το επιθυμούν. 

Για παράδειγμα, όσο καλή διάθεση και αν έχει ένα νοικοκυριό, πώς είναι δυνατόν να προτιμήσει ένα ελληνικό τυρί για τοστ, όταν κοστίζει 4,50 € έναντι 1,50 € του ολλανδικού; Πώς μπορεί να αγοράσει ελληνικό κρέας, όταν είναι σχεδόν κατά 50% ακριβότερο από το γαλλικό ή το ολλανδικό; 

Φυσικά η ποιότητα των ελληνικών προϊόντων είναι κατά πολύ ανώτερη των ξένων – αφενός μεν λόγω του κλίματος, αφετέρου επειδή οι ξένοι εξάγουν συνήθως στην Ελλάδα ότι πιο φθηνό διαθέτουν. Εν τούτοις, όταν ένας καταναλωτής έχει στη διάθεση του όλο και λιγότερα χρήματα, τότε δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον εαυτό του ποιότητα ή να στηρίξει τα ακριβότερα ελληνικά προϊόντα – οπότε αναγκαστικά μειώνονται οι πωλήσεις τους, αυξάνεται το κόστος τους, χάνονται θέσεις εργασίας, κλιμακώνονται οι ζημίες τους, χρεοκοπούν κοκ. 

Με τον τρόπο αυτό λοιπόν η Ελλάδα αργοπεθαίνει, ο εναπομένων παραγωγικός της ιστός καταστρέφεται, ενώ η κυβέρνηση αδυνατεί να κατανοήσει πως με την πολιτική της δεν προστατεύονται καθόλου οι φτωχοί.

Με απλά λόγια, κανένα κράτος δεν μπορεί να επιδοτεί στο διηνεκές τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα όσο και αν το θέλει – όταν την ίδια στιγμή κλείνουν οι εγχώριες επιχειρήσεις, μειώνονται τα δημόσια έσοδα και καίγονται θέσεις εργασίας. Ως εκ τούτου, αν και βραχυπρόθεσμα φαίνεται πως ωφελούνται οι φτωχοί εις βάρος των πλουσίων, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. 

Πρόκειται λοιπόν για μία «κοντόφθαλμη» πολιτική, την οποία θα πληρώσει πολύ ακριβά η μεσαία και κατώτερη εισοδηματική τάξη – σε καμία περίπτωση η ανώτερη η οποία, μεταξύ άλλων, μπορεί εύκολα να μεταναστεύει, μαζί με τα χρήματα και τις επιχειρήσεις της. 

Ειδικά όσον αφορά τους άμεσους φόρους, είναι σε όλους γνωστό πως όσο αυξάνονται οι συντελεστές, τόσο κλιμακώνεται η φοροδιαφυγή – οπότε, σε τελική ανάλυση, αφενός μεν μειώνονται τα έσοδα του δημοσίου, αφετέρου εκτρέφεται η παραοικονομία, εις βάρος όλων εκείνων που επιχειρούν έντιμα. 

Ολοκληρώνοντας, εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί το κάνει η κυβέρνηση, αφού γνωρίζει προφανώς τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων ενεργειών της. Η απάντηση εν προκειμένω είναι πάρα πολύ απλή: αφενός μεν για να διατηρηθεί στην καρέκλα της όσο περισσότερο μπορεί, αφετέρου επειδή δεν διοικεί η ίδια αλλά η Τρόικα, η οποία έχει εντελώς διαφορετικά σχέδια για την Ελλάδα (ανάλυση).

Επίλογος 

Κάτω από τις παραπάνω προϋποθέσεις, παρά το ότι είμαστε υπέρ της ευρωπαϊκής ιδέας, υπέρ του κοινού νομίσματος και της ΕΕ δηλαδή, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να κάνουμε οτιδήποτε θα μπορούσε να σταματήσει το σπιράλ του θανάτου – στο οποίο έχει οδηγηθεί σκόπιμα η πατρίδα μας, από την κυβέρνηση του 2010. 

Γνωρίζουμε βέβαια πως τυχόν ρήξη με την Ευρώπη, καθώς επίσης γενικότερα με τους δανειστές, θα είναι αρκετά επώδυνη – ενώ θα μας δημιουργήσει επί πλέον σοβαρά προβλήματα, λόγω της ευαίσθητης γεωγραφικής μας θέσης.

Εν τούτοις, ο αργός θάνατος που διαγράφεται καθαρά μπροστά μας, αφού προηγουμένως χάσουμε τη δημόσια, καθώς επίσης μεγάλο μέρος της ιδιωτικής μας περιουσίας, παράλληλα με την εξαθλίωση του πληθυσμού της χώρας μας, θα είναι πολύ πιο οδυνηρός – ενώ τίποτα δεν μας διασφαλίζει πως δεν θα βρεθούμε τελικά λεηλατημένοι εκτός της Ευρωζώνης και της ΕΕ, αφού δεν διακρίνουμε τι θα μπορούσε να αντιστρέψει την πορεία μας προς την απόλυτη καταστροφή. 

Στα πλαίσια αυτά, οφείλει να προετοιμασθεί μεθοδικά ένα σχέδιο ελεγχόμενης εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη και την ΕΕ – αφού διαφορετικά δεν πρόκειται να αποφύγουμε τη λεηλασία και δεν θα αναβιώσει ο παραγωγικός μας ιστός, οπότε θα καταλήξουμε στα σκουπίδια της ιστορίας. Έχοντας έτοιμο αυτό το σχέδιο, θα μπορούμε να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές 

(α) είτε την παραμονή μας στην Ευρώπη υπό την προϋπόθεση της ονομαστικής διαγραφής του 50% του δημοσίου χρέους, κάτι που ουσιαστικά δικαιούμαστε, αφού οφείλεται στην πολιτική των μνημονίων (ανάλυση) – καθώς επίσης ενός επενδυτικού προγράμματος αναβίωσης του παραγωγικού μας ιστού, 

(β) είτε την έξοδο μας, όπου θα έπρεπε να διαγραφεί ένα μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους μας – έτσι ώστε να καταφέρουμε μόνοι μας να διενεργήσουμε τις επενδύσεις που είναι πλέον απαραίτητες στη χώρα (σενάριο). 

Εναλλακτική λύση και στις δύο περιπτώσεις θα ήταν η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των χρεών μας στα 70 τουλάχιστον χρόνια, με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας – κάτι που είναι σχετικά εύκολο να δρομολογηθεί με τη βοήθεια της ΕΚΤ, η οποία θα εξαγόραζε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές μας παγώνοντας τες. 

Απαραίτητη προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις, η άμεση απομάκρυνση της Τρόικας – η ανάκτηση δηλαδή της εθνικής μας κυριαρχίας. Απαραίτητη υποχρέωση μας, η μετατροπή της σοβιετικού τύπου οικονομίας μας σε μία ελεύθερη, δημιουργική οικονομία – η οποία να στηρίζεται στις αρχές της αξιοκρατίας, στους λειτουργικούς, ανεξάρτητους Θεσμούς και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι μεταρρυθμίσεις δηλαδή που πραγματικά απαιτούνται και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την υψηλότερη φορολογία ή με τους χαμηλότερους μισθούς. 

Είτε η μία λύση βέβαια, είτε η άλλη, προϋποθέτουν ενδεχομένως τη στάση πληρωμών εκ μέρους μας, η οποία είναι μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία. Εν τούτοις, γνωρίζοντας πως οι δανειστές δεν διαπραγματεύονται ποτέ με τους οφειλέτες, εάν δεν προηγηθεί η σαφής άρνηση των πληρωμών εκ μέρους των τελευταίων, δεν φαίνεται να γίνεται διαφορετικά – αν και η Ευρώπη έχει το επίπεδο που απαιτείται για να καταλάβει τη θέση μας, πόσο μάλλον αφού η ίδια μας οδήγησε στο αδιέξοδο (ανάλυση). 

Φυσικά δεν φτάνει μόνο η διαγραφή του δημοσίου χρέους. Απαιτείται επί πλέον μία ικανή ηγεσία, αποτελούμενη από όλα τα πολιτικά κόμματα, στελεχωμένη με τους καλύτερους και εντιμότερους τεχνοκράτες που διαθέτει η χώρα – σε περιβάλλον άμεσης δημοκρατίας, έτσι ώστε να μπορούν πράγματι οι Πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για το μέλλον τους. 

Η ηγεσία αυτή θα πρέπει να έχει την ικανότητα να δρομολογήσει την όλη διαδικασία. Κυρίως όμως να επιτύχει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των Ελλήνων στο κράτος τους, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να ανακάμψει η Ελλάδα – ακόμη και αν της χαριστεί το 100% των χρεών της. 

Πηγή : Analyst Team

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου