Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια αγορά που λειτουργεί συστηματικά εις βάρος του καταναλωτή. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2022 και 2024 οι ασφαλισμένοι με ισόβια συμβόλαια μειώθηκαν κατά 31.819 άτομα.
Πρωτοφανή οικονομική
αφαίμαξη έχουν αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια χιλιάδες ελληνικά
νοικοκυριά, που πίστεψαν ότι είχαν «κλειδώσει» ισόβιες παροχές υγείας με τα παλιά και άκρως γενναιόδωρα προγράμματα των εταιρειών: μέσα σε μια τριετία έχουν υποστεί ένα «χαράτσι» που ξεπερνά το 40% σε αυξήσεις ασφαλίστρων.
Την
ίδια στιγμή, ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια, όπως το CVC Capital,
καταγράφουν αστρονομικές αποδόσεις, αναμορφώνοντας τον επιχειρηματικό
χάρτη των ιδιωτικών κλινικών και των ασφαλιστικών εταιρειών.
Η τριετία 2024-2026 θα καταγραφεί στην ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής ασφάλισης
ως η περίοδος του απόλυτου οικονομικού εγκλωβισμού για τους κατόχους
μακροχρόνιων, ισόβιων συμβολαίων υγείας – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι
απέφυγαν τις αυξήσεις όσοι έχουν προγράμματα που ανανεώνονται κάθε
χρόνο.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες,
αξιοποιώντας το θεσμικό πλαίσιο, επέβαλαν δυσθεώρητες αναπροσαρμογές
στα ασφάλιστρα, που σε πολλές περιπτώσεις ανάγκασαν ασφαλισμένους να
εγκαταλείψουν τα ισόβια συμβόλαια, μένοντας κατά κανόνα ακάλυπτοι, αφού
λόγω ηλικίας και ιστορικού υγείας δεν γίνονται δεκτοί από τις
ασφαλιστικές για προγράμματα που ανανεώνονται ετησίως.
Για να
αντιμετωπιστεί -θεωρητικά- το φαινόμενο των αυθαίρετων αυξήσεων, για τις
οποίες έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις εις βάρος των ασφαλιστικών, η
κυβέρνηση εισήγαγε τον Φεβρουάριο του 2022 τον Ενιαίο Δείκτη Υγείας
(ΕΔΥ), ο οποίος υπολογιζόταν από το ΙΟΒΕ.
Σε αντίθεση με έναν απλό
δείκτη τιμών, ο ΕΔΥ μετρούσε τη μεταβολή του «καθαρού κόστους κάλυψης»,
ενσωματώνοντας το μέσο κόστος αποζημίωσης ανά περιστατικό
πολλαπλασιασμένο με τη συχνότητα εμφάνισης ζημίας. Ετσι, ακόμη και αν
δεν είχε μεγάλη αύξηση ο πληθωρισμός υγείας (δηλαδή το μέσο κόστος των
ιατρικών πράξεων), ο ΕΔΥ εκτοξευόταν στα ύψη εάν εμφανιζόταν -όπως και
έγινε- αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ζημίας.
Αντί να λειτουργήσει
προστατευτικά για τους ασφαλισμένους, ο ΕΔΥ έδωσε στις εταιρείες το
τέλειο άλλοθι για μεγάλες, οριζόντιες αναπροσαρμογές, καθώς τα
στατιστικά του ΙΟΒΕ έδειξαν αύξηση 115% στο καθαρό κόστος αποζημιώσεων
μέσα σε 12 χρόνια. Η αγορά χρησιμοποίησε αυτά τα νούμερα ως εστιακό
σημείο, όπως το ονομάζουν οι ειδικοί στα θέματα ανταγωνισμού,
επιβάλλοντας ομοιόμορφες αυξήσεις χωρίς κανέναν ανταγωνισμό.
Ο χορός των αυξήσεων
Η
σωρευτική επιβάρυνση δεν προκύπτει από μια απλή πρόσθεση των ετήσιων
ποσοστών, αλλά από τον «ανατοκισμό» τους: κάθε νέα αύξηση επιβάλλεται
πάνω στο ήδη διογκωμένο ασφάλιστρο του προηγούμενου έτους.
Η διαδρομή των αναπροσαρμογών έχει ως εξής:
2024: Εφαρμογή του ΕΔΥ με αύξηση14,0%.
2025: Νέα εκτίναξη του ΕΔΥ κατά 14,6%.
2026:
Μετά την κατάργηση του ΕΔΥ και εν αναμονή του νέου δείκτη ΕΔΑ της
ΕΛΣΤΑΤ, που δημοσιεύτηκε μόλις τον Ιούνιο, οι εταιρείες εκμεταλλεύτηκαν
το μεταβατικό στάδιο. Σύμφωνα με την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς
(ΑΑΕΑ&ΠΚ), η μέση αύξηση (σταθμισμένη βάσει αριθμού ασφαλισμένων)
διαμορφώθηκε στο 7,5%, με την πραγματική οικονομική επιβάρυνση (βάσει
αξίας ασφαλίστρων) να φτάνει το 8,20%.
Αυτά μεταφράζονται σε μια
πραγματική σωρευτική αύξηση 40,4% μέσα σε μόλις τρία χρόνια: ακόμη και
οι ασφαλισμένοι που ίσως άντεξαν τον πρώτο μεγάλο γύρο αυξήσεων είναι
πολύ αμφίβολο αν κατάφεραν να σώσουν το συμβόλαιό τους ύστερα από μια
τόσο μεγάλη σωρευτική αύξηση, όταν μάλιστα τα βασικά εισοδήματα των
περισσότερων ασφαλισμένων με ισόβια συμβόλαια είναι συντάξεις.
Ηλικιωμένοι υπό διωγμό
Πίσω από τις ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα ισόβια προγράμματα, οι οποίες για τους ηλικιωμένους
αναφέρθηκε ότι φέτος από ορισμένες εταιρείες φτάνουν και το 30%,
κρύβεται μια εταιρική στρατηγική απομάκρυνσης ασφαλισμένων αυτής της
κατηγορίας για να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη.
Τα παλιά,
«γενναιόδωρα» ισόβια συμβόλαια θεωρούνται πλέον από τις εταιρείες ως
οικονομική «πληγή». Οι αρχικοί υπολογισμοί κόστους των προηγούμενων
δεκαετιών αποδείχθηκαν εσφαλμένοι, αλλά οι εταιρείες προσπαθούν να
μεταφέρουν το κόστος στους ασφαλισμένους αντί να το αναλάβουν οι ίδιες.
Είναι ενδεικτικό ότι το 2024, οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι ασφαλιστικές για τα ισόβια προγράμματα ανήλθαν σε 229 εκατ. ευρώ,
ποσό σχεδόν ίσο με τα 254 εκατ. ευρώ των ετήσιων προγραμμάτων, παρότι
τα ετήσια έχουν τριπλάσιους ασφαλισμένους. Το μέσο ετήσιο κόστος ανά
ασφαλισμένο στα ισόβια αγγίζει τα 950 ευρώ – 2,6 φορές μεγαλύτερο από τα
ετήσια.
Για να απαλλαγούν από αυτό το βάρος, οι ασφαλιστικές
«φορτώνουν» με δυσβάσταχτα ασφάλιστρα τους μεγαλύτερους σε ηλικία
ασφαλισμένους, εξωθώντας τους σε διακοπή συμβολαίου. Σύμφωνα με την
ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2022 και 2024 οι ασφαλισμένοι με ισόβια συμβόλαια
μειώθηκαν κατά 31.819 άτομα. Η δε συνολική πτώση από το 2011 (από
711.000 σε περίπου 240.000) είναι τεράστια. Οι ασφαλιστικές ωφελούνται
διπλά από την απομάκρυνση ασφαλισμένων με ισόβια συμβόλαια. Οχι μόνο
απαλλάσσονται οριστικά από την έκθεση σε ζημιογόνα προγράμματα, αλλά
απελευθερώνουν και τεχνικά αποθεματικά που είναι από τον νόμο
υποχρεωμένες να τηρούν για να καλύπτουν τις μελλοντικές ζημιές των
συμβολαίων.
Με βάση το ρυθμιστικό πλαίσιο Solvency II, οι
εταιρείες υποχρεούνται να δεσμεύουν κεφάλαια για την κάλυψη μελλοντικών
κινδύνων (αποθεματικά γήρανσης). Οταν ένας πελάτης εξαναγκάζεται σε
ακύρωση του ισόβιου συμβολαίου του, αυτή η υποχρέωση εκλείπει και τα
κεφάλαια αυτά αποδεσμεύονται, ώστε οι εταιρείες να μπορούν να τα
αξιοποιούν με επενδυτικές τοποθετήσεις που ενισχύουν την κερδοφορία
τους. Ερωτήματα για αυτό το θέμα έθεσε η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα
Αποστολάκη, στον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα,
σημειώνοντας:
-Πώς διασφαλίζεται ότι τα τεχνικά αποθεματικά που θα
έπρεπε να έχουν σχηματιστεί για τους ασφαλισμένους των ισόβιων
προγραμμάτων υγείας αξιοποιούνται πράγματι για τον σκοπό τους, την
κάλυψη δηλαδή των αυξημένων κινδύνων, και δεν μετατρέπονται με τις
υπέρογκες αυξήσεις των ασφαλίστρων και τον εξαναγκασμό των ασφαλισμένων
στην εγκατάλειψη των ισόβιων αυτών προγραμμάτων σε αθέμιτα σε βάρος των
ασφαλισμένων κέρδη για τις ασφαλιστικές εταιρίες; Ποια είναι τα
αποτελέσματα της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας;
Σημειώνεται
ότι οι πρακτικές που ακολουθούν οι ασφαλιστικές εταιρείες στην Ελλάδα
σε σχέση με τα ισόβια συμβόλαια απέχουν πολύ από αντίστοιχες πρακτικές
που ακολουθούνται σε ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, στη Γερμανία και
την Αυστρία, η νομοθεσία επιβάλλει τη δημιουργία σημαντικών
«αποθεματικών γήρανσης» από τις πρώτες δεκαετίες του συμβολαίου. Με
αυτόν τον τρόπο, όταν ο ασφαλισμένος εισέλθει στην τρίτη ηλικία,
διασφαλίζεται ότι το ασφάλιστρο αυξάνεται μόνο όσο προκύπτει από τη
γενική αύξηση του πληθωρισμού υγείας, χωρίς να επιβαρύνεται από «καπέλα»
λόγω ηλικίας.
Ανεξέλεγκτη η αύξηση κόστους
Γιατί, όμως,
φουσκώνει τόσο θεαματικά το κόστος της ιδιωτικής υγείας; Η τελική έκθεση
της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο 2025 ύστερα
από κλαδική έρευνα φωτίζει ένα βασικό πρόβλημα της ιδιωτικής υγείας στην
Ελλάδα: την προκλητή ζήτηση. Δηλαδή, την τεχνητή δημιουργία ζήτησης
ιατρικών πράξεων από γιατρούς, θεραπευτήρια και διαγνωστικά κέντρα, που
φαίνεται ότι εντάθηκε τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον όπως έδειξε η
μεγάλη αύξηση ιατρικών πράξεων που καταγράφηκε από το ΙΟΒΕ.
Οπως αναφέρει η Επιτροπή:
-«Ως
προκλητή ζήτηση ονομάζεται η αγορά υπηρεσιών υγείας που προκαλεί ο
επαγγελματίας υγείας (π.χ. γιατρός) στον ασθενή με σκοπό τη δική του
ευημερία και όχι απαραίτητα του ασθενή, εκμεταλλευόμενος την ασύμμετρη
πληροφόρηση που υπάρχει μεταξύ του κατόχου των γνώσεων όσον αφορά το
αγαθό της υγείας σε σύγκριση με τις γνώσεις του ασθενή.
-Ο γιατρός
παρακινεί τον ασθενή να αγοράσει υπηρεσίες υγείας που δεν είναι
αναγκαίες για τη διάγνωση και τη θεραπεία της ασθένειας ή προκαλεί
αύξηση της συχνότητας των επισκέψεων του ασθενή με απώτερο σκοπό
οικονομικό κέρδος ή στο πλαίσιο «αμυντικής ιατρικής». Ο ασθενής, από
ενδιαφέρον για την υγεία του αλλά και από άγνοια και εμπιστοσύνη προς
τον επαγγελματία υγείας, τις περισσότερες φορές ακολουθεί τις ιατρικές
οδηγίες που του δίνονται χωρίς πάντα να του είναι απαραίτητες.
-Συνήθως
το φαινόμενο της προκλητής ζήτησης εμφανίζεται σε συστήματα υγείας όπου
ο γιατρός αμείβεται κατά πράξη ή κατά παραπομπή και γίνεται εντονότερο
σε περιπτώσεις που το κόστος καλύπτεται από ασφαλιστικούς φορείς.
Σημαντικός παράγοντας είναι και η άμεση ή έμμεση διαφήμιση ιατρικών
προϊόντων και υπηρεσιών του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να αυξηθεί η
κερδοφορία των ιατρικών και φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Η μελέτη του
φαινομένου έχει οδηγήσει στη διαπίστωση θετικής συσχέτισης ανάμεσα στον
αριθμό των γιατρών και την κατανάλωση ιατρικών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα
παρατηρείται ότι η αύξηση των γιατρών κατά 10% επιφέρει αύξηση της
κατανάλωσης ιατρικών υπηρεσιών κατά 1%, ενώ στην περίπτωση των
χειρουργών, η αντίστοιχη αύξηση των εγχειρήσεων είναι 3%.
-Σημειώνεται
ότι η Ελλάδα επί πολλά χρόνια έως και σήμερα παρουσιάζει διεθνώς τη
μεγαλύτερη ανισορροπία σε σχέση με τον αριθμό ιατρών και αριθμό
νοσηλευτών, έχοντας και το 2022 την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της
Ευρώπης στους ιατρούς (6,6 ιατροί/1.000 κατοίκους, έναντι μέσου όρου
4,2/1.000 κατοίκους της Ε.Ε.-27).
Πηγή : https://www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου