MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Πληθωρισμός ή εφάπαξ άνοδος των τιμών;

Οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν στη διάθεση τους κάποιο εργαλείο που να τις βοηθάει να αποφασίσουν, εάν πρόκειται για μία εφάπαξ άνοδο των τιμών ή για πληθωρισμό – με αποτέλεσμα να κάνουν πολύ συχνά λάθος προβλέψεις, εις βάρος της οικονομίας. Πρόσφατα η ΕΚΤ που θεώρησε μετά την πανδημία ότι, επρόκειτο για πληθωρισμό, βυθίζοντας πολλά κράτη στην ύφεση – κάτι που φαίνεται πως θα επαναληφθεί ξανά τώρα. Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι προβλέψεις για μία νομισματική ένωση όπως η Ευρωζώνη, με τόσο διαφορετικές οικονομίες, είναι κάτι περισσότερο από δύσκολες – μάλλον αδύνατες. Λογικά λοιπόν, η κάθε κρίση οδηγεί το ευρώ όλο και περισσότερο στην άκρη του γκρεμού – ενώ υπερχρεώνει το ένα μετά το άλλο τα κράτη μέλη, καθιστώντας τα θύματα της ισχυρότερης οικονομίας.
.
Ανάλυση
 
Ο πληθωρισμός είναι ένα από εκείνα τα θέματα που δεν εξαφανίζονται, αλλά επιστρέφουν ξανά και ξανά – όπως σήμερα, λόγω της αύξησης των τιμών της ενέργειας, αυτή τη φορά από τον πόλεμο του Ιράν. Εν τούτοις, τα βασικά ερωτήματα που τον αφορούν εξακολουθούν να εμφανίζονται αναπάντητα – δηλαδή, τι είναι στην πραγματικότητα ο πληθωρισμός, πού οφείλεται και γιατί οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια για να τον αντιμετωπίσουν. Εν προκειμένω, τα εξής:
 
Οι σύγχρονες οικονομίες, βελτιώνονται συνεχώς στην κατασκευή προϊόντων. Καλύτερες μηχανές, καλύτερα υλικά, καλύτερη εφοδιαστική αλυσίδα, καλύτερες μέθοδοι παραγωγής – με αποτέλεσμα, το κόστος παραγωγής να μειώνεται δραματικά με την πάροδο του χρόνου. Εύλογα λοιπόν αναρωτιέται κανείς γιατί το γενικό επίπεδο τιμών συνήθως συνεχίζει να κινείται προς τα επάνω – αφού η παραγωγικότητα μπορεί να μειώσει δραστικά πολλές τιμές.
 
Η απάντηση ξεκινάει με το ότι, οι εταιρείες δεν παράγουν απλώς περισσότερο – αλλά, επιπλέον, κάποιος πρέπει να αγοράσει αυτά που παράγουν. Για λόγους απλότητας τώρα ας υποθέσουμε ότι, μια οικονομία είναι συνώνυμη με μία πιτσαρία – όπου όλοι εργάζονται εκεί, πληρώνονται από εκεί και όλοι τρώνε πίτσα.
 
Οι μισθοί τώρα που πληρώνονται, δεν αποτελούν απλώς ένα κόστος για τις εταιρείες – αλλά είναι επίσης εισόδημα για τους εργαζομένους τους και, κατ’ επέκταση, για τα νοικοκυριά. Με απλά λόγια, οι μισθοί ευρίσκονται και στις δύο πλευρές της διαδικασίας ταυτόχρονα: με την έννοια ότι, οι μισθοί που πληρώνουν οι επιχειρήσεις, είναι επίσης τα χρήματα που επιτρέπουν στα νοικοκυριά να αγοράζουν τα προϊόντα που παράγουν οι επιχειρήσεις.
 
Στο παράδειγμα της πιτσαρίας (πηγή), ας υποθέσουμε ότι παράγει 100 πίτσες και πληρώνει 100 ευρώ σε μισθούς – οπότε το μισθολογικό κόστος ανά πίτσα είναι
100 ./. 100=1
 
Παρεμπιπτόντως εδώ, το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο πλανήτης με την εξέλιξη της ρομποτικής είναι το εξής: εάν οι εργάτες στην πιτσαρία αντικατασταθούν με ρομπότ, ποιος θα τρώει τις πίτσες; Μπορεί δηλαδή το κόστος παραγωγής να μειωθεί, αλλά οι άνεργοι, μετά την αντικατάσταση τους από τα ρομπότ, δεν θα έχουν χρήματα για να αγοράζουν τα προϊόντα των επιχειρήσεων – οπότε οι επιχειρήσεις θα κλείσουν και η οικονομία θα βυθιστεί στην ύφεση.
 
Περαιτέρω, ας υποθέσουμε ότι η παραγωγικότητα βελτιώνεται και το κατάστημα παράγει 102 πίτσες. Εν προκειμένω, εάν το κόστος των μισθών αυξηθεί επίσης στα 102 €, τότε θα έχουμε
 
102 ./. 102 = 1
 
Επομένως, δεν θα  υπάρχει ακόμη πληθωριστική πίεση – αφού οι επιπλέον μισθοί, αντισταθμίζονται από την επιπλέον παραγωγή (=η ίδια ποσότητα χρημάτων, πίσω από τον ίδιο αριθμό προϊόντων).
 
Με μία διαφορετική τώρα υπόθεση, η παραγωγή εξακολουθεί να είναι 102 πίτσες, αλλά το μισθολογικό κόστος αυξάνεται στα 105 € – οπότε το μισθολογικό κόστος ανά πίτσα διαμορφώνεται ως εξής:
 
105 ./. 102 = 1,0294
 
Δηλαδή, το κόστος ανά πίτσα έχει αυξηθεί – επειδή οι μισθοί αυξήθηκαν μεν κατά 5 %, από 100 € σε 105 €, αλλά η παραγωγή αυξήθηκε μόλις κατά 2 %, από 100 € σε 102 €. Το χάσμα τώρα μεταξύ αυτών των δύο ποσοστών, η διαφορά των 3 ποσοστιαίων μονάδων, είναι η μεταβολή στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος – ενώ αυτό το χάσμα των 3 ποσοστιαίων μονάδων, προκαλεί την πίεση στις τιμές.
 
Δηλαδή, η πίεση στις τιμές δεν προκαλείται από το ότι οι μισθοί είναι υψηλοί, ούτε από το ότι η παραγωγή είναι χαμηλή – αλλά από τη διαφορά μεταξύ της ταχύτητας, με την οποία κινούνται τα δύο. Το παραπάνω χαρακτηρίζεται από την οικονομία ως κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος – με απλά λόγια, πόσο κόστος μισθών εμπεριέχεται σε κάθε μονάδα παραγωγής.
 
Εν προκειμένω, όταν οι μισθοί και η παραγωγικότητα κινούνται παράλληλα, τότε το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος παραμένει σταθερό – οπότε οι τιμές δεν έχουν κανένα λόγο να αυξηθούν. Όταν όμως οι μισθοί υπερβαίνουν την παραγωγικότητα, τότε το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος αυξάνεται – ενώ οι τιμές τείνουν να ακολουθούν με περίπου το ίδιο ποσοστό, επειδή περισσότερα χρήματα βρίσκονται πίσω από λιγότερα προϊόντα, οπότε στην ουσία υποτιμούνται. Η εξίσωση εδώ είναι η εξής:
 
Αύξηση μισθών − αύξηση παραγωγικότητας = πληθωριστική πίεση
 
Από αυτήν ακριβώς την εξίσωση, καταλαβαίνουμε γιατί η αύξηση του «πληθωρισμού», δηλαδή της ανόδου των τιμών στην Ελλάδα, είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στην ΕΕ – απλούστατα, επειδή η παραγωγικότητα στην Ελλάδα το τελευταίο χρονικό διάστημα, είναι χαμηλότερη από την αύξηση των μισθών. Όλα αυτά πριν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή – ενώ ο «πληθωρισμός» θα επιδεινωθεί στη χώρα μας πολύ περισσότερο, από όσο στα άλλα κράτη.
 
Όταν βέβαια κάτι τέτοιο συμβαίνει, παρά το ότι έχουμε μισθούς εξαθλίωσης, τους χαμηλότερους σε όρους αγοραστικής αξίας από ολόκληρη την ΕΕ, καταλαβαίνει κανείς πόσο χαμηλή είναι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα, κυρίως λόγω μη διεξαγωγής επαρκών επενδύσεων και σχεδόν ανύπαρκτης καινοτομίας – επίσης, πόσο σκοτεινές είναι οι προοπτικές για το μέλλον των Ελλήνων.
 
Από την άλλη πλευρά, μία πετρελαϊκή κρίση όπως η σημερινή, πλήττει την οικονομία – αφού το κόστος παραγωγής αυξάνεται. Στην οικονομία της πίτσας, η ενέργεια γίνεται πιο ακριβή και επομένως η θέρμανση του φούρνου κοστίζει περισσότερο – ενώ το αλεύρι κοστίζει επίσης περισσότερο, επειδή το κόστος των λιπασμάτων, των μεταφορών και της ενέργειας έχει αυξηθεί, σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού. Η πίτσα βέβαια δεν είναι καλύτερη από πριν και το  κατάστημα δεν παράγει άλλες πίτσες – είναι η ίδια πίτσα, αλλά απλά πιο ακριβή στην παρασκευή της.
 
Το πρώτο αποτέλεσμα είναι η αύξηση των τιμών – όπου εδώ οφείλουμε να αναρωτηθούμε εάν πρόκειται για μια εφάπαξ αύξηση του επιπέδου των τιμών που δεν έχει σχέση με τον πληθωρισμό, ή για την έναρξη μιας διαδικασίας πληθωρισμού που συνεχίζεται. Η απάντηση εξαρτάται προφανώς από αυτό που θα συμβεί στη συνέχεια.
 
Ειδικότερα, αρχικά σε μία κρίση πρώτων υλών (=στενότητα προσφοράς), οι τιμές πολλών αγαθών αυξάνονται μία φορά – επειδή η ενέργεια είναι ένας σημαντικός παράγοντας κόστους. Εάν τώρα οι εργαζόμενοι δεν προσπαθήσουν να αντισταθμίσουν πλήρως αυτήν την απώλεια αγοραστικής δύναμης μέσω υψηλότερων μισθών και οι επιχειρήσεις απορροφήσουν μέρος του υψηλότερου κόστους μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους, τότε παραμένει μια εφάπαξ αύξηση τιμών – η οποία δεν χαρακτηρίζεται ως πληθωρισμός.
 
Δηλαδή, το επίπεδο των τιμών είναι μεν υψηλότερο, αλλά ο πληθωρισμός δεν συνεχίζει να επιταχύνεται – οπότε στην ουσία πρόκειται για μία αύξηση των τιμών, αλλά όχι για πληθωρισμό.
 
Πληθωρισμό έχουμε μόνο εάν οι υψηλότερες τιμές οδηγούν σε υψηλότερες μισθολογικές απαιτήσεις – ενώ οι υψηλότεροι μισθοί με τη σειρά τους οδηγούν σε περαιτέρω αυξήσεις τιμών. Με απλά λόγια, εάν τεθεί σε λειτουργία το «σπιράλ μισθών τιμών», όπως αποκαλείται στην οικονομία (ανάλυση) – ενώ αυτό ακριβώς καλούνται να προβλέψουν οι κεντρικές τράπεζες, για να πάρουν τις σωστές νομισματικές αποφάσεις, όπως είναι η αύξηση των επιτοκίων.
 
Οι κεντρικές τράπεζες 
 
Στα πλαίσια αυτά, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακούσει την είδηση ότι, ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός και επομένως η κεντρική τράπεζα αυξάνει τα επιτόκια. Γιατί όμως η αύξηση των επιτοκίων θα μείωνε τις τιμές, αφού αυξάνει το κόστος των επιχειρήσεων και επομένως τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών;
 
Η απάντηση είναι απλή – ξεκινώντας από το ότι, μια κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να κάνει το πετρέλαιο φθηνότερο, ούτε να λειτουργήσει μια «σπασμένη» αλυσίδα εφοδιασμού, ούτε φυσικά να αυξήσει την παγκόσμια παραγωγή των τροφίμων. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αποδυναμώσει την οικονομία, με την εξής έννοια:
 
Εάν τα επιτόκια αυξηθούν, ο δανεισμός γίνεται πιο ακριβός, οι εταιρείες επενδύουν λιγότερα και τα νοικοκυριά ξοδεύουν λιγότερο. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις γίνονται πιο επιφυλακτικές, οι προσλήψεις επιβραδύνονται, οι εργαζόμενοι αισθάνονται λιγότερο ασφαλείς και οι αυξήσεις μισθών γίνονται πιο δύσκολο να επιτευχθούν – επειδή οι εργαζόμενοι φοβούνται για την απώλεια της θέσης εργασίας τους, αφού η ζήτηση είναι υψηλότερη της προσφοράς.
 
Εάν λοιπόν η αύξηση των μισθών επιβραδυνθεί, η πληθωριστική πίεση επιβραδύνεται επίσης – λόγω μείωσης της ζήτησης/κατανάλωσης, οπότε των τιμών. Επομένως, οι κεντρικές τράπεζες δεν μειώνουν άμεσα τις τιμές με την άνοδο των επιτοκίων – αλλά προσπαθούν να αποδυναμώσουν την οικονομία, έτσι ώστε μια πρώτη απότομη αύξηση των τιμών να μην εξαπλωθεί περαιτέρω.
 
Μία επιχείρηση βέβαια μπορεί να πληρώνει τους εργαζομένους της περισσότερο, χωρίς να αυξάνει τις τιμές – εάν παράγει επίσης περισσότερο. Όταν όμως οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ η παραγωγή δεν συμβαδίζει, τότε αργά ή γρήγορα οι επιχειρήσεις αρχίζουν να αυξάνουν τις τιμές – δηλαδή, τίθεται σε λειτουργία το σπιράλ μισθών τιμών.
 
Εάν συμβαίνει δε μόνο σε μία χώρα, αλλά όχι στους εμπορικούς της εταίρους, τότε η χώρα χάνει σε ανταγωνιστικότητα – με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εισαγωγές, να μειώνονται οι εξαγωγές και να εκτοξεύεται το εξωτερικό της έλλειμμα. Τότε οι επιχειρήσεις της είναι υποχρεωμένες είτε να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους, είτε να μειώσουν τους μισθούς – αφού διαφορετικά χρεοκοπούν, συμπαρασύροντας τις τράπεζες και το κράτος.
 
Επίλογος
 
Ολοκληρώνοντας, οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν στη διάθεση τους κάποιο εργαλείο που να τις βοηθάει να αποφασίσουν, εάν πρόκειται για μία εφάπαξ άνοδο των τιμών ή για πληθωρισμό – με αποτέλεσμα να κάνουν πολύ συχνά λάθος προβλέψεις, εις βάρος της οικονομίας. Πρόσφατα η ΕΚΤ που θεώρησε μετά την πανδημία ότι, επρόκειτο για πληθωρισμό, βυθίζοντας πολλά κράτη στην ύφεση – κάτι που φαίνεται πως θα επαναληφθεί ξανά τώρα.
 
Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι προβλέψεις για μία νομισματική ένωση όπως η Ευρωζώνη, με τόσο διαφορετικές οικονομίες, είναι κάτι περισσότερο από δύσκολες – μάλλον αδύνατες. Λογικά λοιπόν, η κάθε κρίση οδηγεί το ευρώ όλο και περισσότερο στην άκρη του γκρεμού – ενώ υπερχρεώνει το ένα μετά το άλλο τα κράτη μέλη, καθιστώντας τα θύματα της ισχυρότερης οικονομίας.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου