MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Τα αδιέξοδα της πολιτικής της υποτέλειας

Ο εξευτελισμός ενός οποιουδήποτε Έθνους από τους δανειστές του, ανεξάρτητα από τα λάθη που πραγματικά το βαραίνουν, έχει τα όρια του – τα οποία, όσον αφορά την Ελλάδα, έχουν ξεπεραστεί προ πολλού.

Επικαιρότητα 

Θα θέλαμε πάρα πολύ να πιστέψουμε τις δηλώσεις της κυβέρνησης, όσον αφορά την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, παρά το ότι η γενοκτονία των Ελλήνων συνεχίζεται (ανάλυση) – ειδικά επειδή αναζητούμε εναγωνίως κάποιες αισιόδοξες προοπτικές για την πατρίδα μας, γνωρίζοντας πως είναι άδικο, εάν όχι απάνθρωπο, να «κατακλύζονται» καθημερινά οι Έλληνες με κακές ειδήσεις. 

Κανένας δεν θέλει άλλωστε να ακούει πλέον τα περί επιτυχημένων διαπραγματεύσεων με τους δανειστές που δυστυχώς θα επισκέπτονται πλέον πολύ πιο συχνά την Ελλάδα – ούτε για συμφωνίες υπό την προϋπόθεση νέων μέτρων, για την επιδείνωση της φτώχειας, για την εξαθλίωση, για τα κόκκινα δάνεια, για τις κατασχέσεις, για τους πλειστηριασμούς, για τους κινδύνους των καταθέσεων κοκ. 

Εν τούτοις όλοι γνωρίζουν πια πως δεν λύνεται κανένα απολύτως πρόβλημα της οικονομίας μας, εάν δεν σταματήσει η πτώση του ΑΕΠ – η οποία συνεχίζεται για σχεδόν δέκα χρόνια, ενώ είναι πρωτοφανής στα ιστορικά χρονικά εν καιρώ ειρήνης. Επίσης ότι, από τα άνω των 60 δις € ΑΕΠ που χάσαμε σωρευτικά, με το συντελεστή δημοσίων εσόδων πλέον στο 39% (μαζί με τις εισφορές), οι ετήσιες απώλειες του κράτους υπερβαίνουν τα 23 δις € – ένα ποσόν που είναι προφανώς αδύνατον να εξοικονομηθεί, όσα μέτρα λιτότητας και αν ληφθούν. 

Πόσο μάλλον όταν μόνο από τις τράπεζες χάθηκαν πάνω από 40 δις € (άρθρο), τα οποία επιβάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό και επομένως το χρέος – ένα ποσόν που επίσης είναι αδύνατον ποτέ να εξοικονομηθεί, με νέα μέτρα φτωχοποίησης. 

Τέλος, όλοι γνωρίζουμε πως όταν πάει κανείς σε μία τράπεζα για να πάρει ένα δάνειο 1.000 €, υπογράφοντας ως εγγύηση ότι έχει και δεν έχει (το σύνολο της δημόσιας περιουσίας μας εν προκειμένω, απέναντι στους δανειστές), ενώ η τράπεζα γνωρίζει πολύ καλά πως (α) δεν έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει καν το δάνειο και (β) ότι θα χρειαστεί σύντομα καινούργιο, δεν είναι δυνατόν να διαπραγματευθεί σωστά. Εύλογα λοιπόν θα υποθέσει η τράπεζα πως είναι είτε απατεώνας, είτε άσχετος – οπότε ασφαλώς δεν θα τον εμπιστευτεί.

Ο μύθος της ανάπτυξης 

Περαιτέρω στο θέμα της «εκ των ουκ άνευ» αναγκαίας ανάπτυξης, πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί, όταν ταυτόχρονα ανακοινώνονται μέτρα τα οποία, με το γνωστό πολλαπλασιαστή που υπολόγισε λάθος το ΔΝΤ, θα εμποδίσουν την άνοδο του ΑΕΠ (ανάλυση) και στα επόμενα χρόνια; 

Εάν δε υπολογίσουμε την παραοικονομία, η οποία τρέφεται από την υπερβολική αύξηση των φορολογικών συντελεστών, τότε η στασιμότητα δεν θα αποφευχθεί – ενώ είναι ανόητο να θεωρεί κανείς πως έχει βρει τον τρόπο να εξουδετερώσει τη βαρύτητα, όπως μάλλον θέλει να πιστέψουμε η κυβέρνηση. 

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί παρά να έχει κατανοήσει πια ο πρωθυπουργός ότι, η ανάπτυξη εξαρτάται απόλυτα από τους τέσσερις επί μέρους συντελεστές της: από την κατανάλωση, από τις ιδιωτικές επενδύσεις, από τις δημόσιες δαπάνες και από το εμπορικό πλεόνασμα (εξαγωγές – εισαγωγές). Στην περίπτωση όμως αυτή συμβαίνουν τα εξής: 

(α) Κατανάλωση: Όταν τα εισοδήματα των Ελλήνων (μισθοί, συντάξεις, κέρδη εταιριών, ενοίκια κοκ.) μειώνονται, ενώ η ανεργία αυξάνεται εάν λάβουμε υπ’ όψιν τη μερική απασχόληση, πώς είναι δυνατόν να αυξηθεί η κατανάλωση; Πως θα αγοράσει δηλαδή κανείς περισσότερα προϊόντα με λιγότερα χρήματα; 
Ακόμη και αν είναι σε θέση τώρα να καταναλώσει κανείς, ως ένας από αυτούς που δεν έχουν χάσει ακόμη την καλοπληρωμένη δουλειά τους, δεν θα είναι πολύ πιο εγκρατής με τα έξοδα του, αφού δεν ξέρει καν τι θα του ξημερώσει την επόμενη ημέρα; Όταν ακούει πως οι διπλανοί του χρεοκοπούν, ότι χάνουν τα χρήματα τους ή πως επιβάλλονται συνεχώς νέοι φόροι και χαράτσια; 

(β) Ιδιωτικές επενδύσεις: Όταν περιορίζεται η κατανάλωση, άρα η ζήτηση, πώς είναι δυνατόν να διενεργηθούν επενδύσεις, είτε από ξένους, είτε από Έλληνες; Πόσο μάλλον όταν η παραγωγική δυναμικότητα της χώρας είναι πολύ μεγαλύτερη, από τα προϊόντα που πωλούνται; Με απλά λόγια, όταν μία βιομηχανία μπορεί να παράγει 100 και πουλάει 60, γιατί θα πρέπει να ιδρυθεί μία καινούργια; Εάν υποθέσουμε δε πως θα ιδρυόταν για να εκμεταλλευθεί τη ζήτηση άλλων χωρών (εξαγωγές), πώς θα το έκανε, όταν δεν είναι ακόμη σε θέση η χώρα μας να ανταγωνιστεί τα άλλα κράτη; 

Εκτός αυτού, με ποιά λογική θα επένδυε κανείς τα χρήματα του σε μία υπερχρεωμένη χώρα, η οποία είναι τυπικά μόνο μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, με έναν ιδιωτικό τομέα επίσης χρεοκοπημένο; Με ελέγχους κεφαλαίων, με υπερβολικούς φόρους, με μία τρομακτική γραφειοκρατία μη φιλική στην επιχειρηματικότητα, με ελλειμματικούς Θεσμούς, καθώς επίσης με πλήρη αδυναμία ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας της, αφού δεν στηρίζεται καν από την ΕΚΤ (QE) όπως όλα τα άλλα κράτη; 

Τέλος, όταν οι αποταμιεύσεις ακολουθούν μία συνεχή πτωτική πορεία, ενώ οι υφιστάμενες καταθέσεις είτε έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, είτε διατηρούνται εκτός των τραπεζών, είτε διατίθενται για την κάλυψη των βασικών αναγκών των Ελλήνων, καθώς επίσης για την πληρωμή των υπερβολικών φόρων με μηδενική σχεδόν ανταποδοτικότητα, από που θα χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις; Πολύ περισσότερο όταν οι τράπεζες αδυνατούν να στηρίξουν την πραγματική οικονομία με βιώσιμα επιτόκια, μεταξύ άλλων λόγω της κατάρρευσης της αξίας των παγίων που ζητούν ή έχουν ως εγγύηση (ακίνητα, οικόπεδα κλπ.), των θηριωδών επισφαλειών τους, καθώς επίσης των φόβων τους για την αύξηση τους; 

(γ) Δημόσιες δαπάνες: Πώς αλήθεια θα μπορούσαν να αυξηθούν, όταν απαγορεύεται ρητά από τους δανειστές, ενώ τα ταμεία του κράτους είναι εντελώς άδεια, με αποτέλεσμα να αφαιρεί η κυβέρνηση τις καταθέσεις των δημοσίων οργανισμών από τις τράπεζες, για να δημιουργήσει το μαξιλάρι; Όταν ακόμη και τα ελάχιστα χρήματα που εισπράττονται από τις κυριολεκτικά σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις (ανάλυση), οδηγούνται υποχρεωτικά στην εξυπηρέτηση του χρέους το οποίο, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να αυξάνεται από τις τεράστιες ζημίες των τραπεζών, από τα δημοσιονομικά ελλείμματα κοκ; 

(δ) Εμπορικό πλεόνασμα: Έχοντας ήδη αναφερθεί στους λόγους της αδυναμίας εξαγωγών και παρά το ότι οι εισαγωγές έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό λόγω της πτώσης των εισοδημάτων, η εικόνα του εμπορικού ισοζυγίου μας είναι ανατριχιαστικά αρνητική (γράφημα) – οπότε δεν μπορεί κανείς να μιλάει για πλεόνασμα. 


Αρνητικό είναι πλέον ξανά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μας (πηγή), παρά τη μεγάλη τύχη μας στο θέμα του τουρισμού, λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αρκετές άλλες χώρες της Μεσογείου – όπως η Τουρκία, η Συρία, η Αίγυπτος, η Λιβύη κοκ. Ως εκ τούτου, ούτε από εδώ υπάρχει ελπίδα ανάπτυξης, ενώ δεν προβλέπεται κάτι εντυπωσιακά καλύτερο στους επόμενους μήνες. Αντίθετα, μετά την κατάρρευση της τουρκικής λίρας οι προοπτικές για τον τουρισμό μας έχουν επιδεινωθεί σημαντικά – όπως επίσης για τα αγροτικά μας προϊόντα στις εξαγωγές. 

Συμπερασματικά λοιπόν, όταν οι τέσσερις βασικοί συντελεστές της ανάπτυξης είναι αρνητικοί, τότε πώς είναι δυνατόν το σύνολο τους να δώσει ένα θετικό αποτέλεσμα; Με απλά λόγια, πώς μπορεί το ζητούμενο Χ στην εξίσωση Χ=α+β+γ+δ να είναι θετικό, όταν το α, το β, το γ και το δ είναι αρνητικά; 

Όπως αναφέραμε όμως, χωρίς ανάπτυξη δεν πρόκειται να λυθεί απολύτως κανένα πρόβλημα της οικονομίας μας. Προφανώς ούτε με την κυβερνητική προπαγάνδα, στην οποία ανήκει η πρόσθεση της λέξης «δίκαιη» πριν από την «ανάπτυξη», όσο καλή και αν είναι – παρά το ότι θα επιθυμούσαμε πάρα πολύ να μην συνέβαινε κάτι τέτοιο. 

Βέβαια, όλοι εμείς χρειαζόμαστε επειγόντως θετικές ειδήσεις, για να μη βυθιστεί η χώρα μας σε μία συλλογική κατάθλιψη, από την οποία δεν θα μπορέσει ποτέ να θεραπευθεί. Εν τούτοις, οι ειδήσεις αυτές πρέπει να στηρίζονται σε τεκμηριωμένα και ρεαλιστικά στοιχεία – όχι σε ανόητες ψευδαισθήσεις και σε παιδαριώδεις ουτοπίες, οι οποίες είναι αδύνατον ποτέ να πραγματοποιηθούν. 

Στα πλαίσια αυτά, εάν δεν ληφθούν άμεσα ριζικές αποφάσεις, πριν από κάθε τι άλλο η επίσημη παραδοχή της χρεοκοπίας της χώρας (άρθρο), με όλα όσα οδυνηρά κάτι τέτοιο συνεπάγεται, οι Έλληνες θα χάσουν τα πάντα –χρεοκοπώντας παρ’ όλα αυτά και εγκαταλείποντας ακούσια ή εκούσια την Ευρωζώνη, χωρίς όμως τότε να τους ανήκει σχεδόν τίποτα. 

Η Ελλάδα έχει ασφαλώς πολλές δυνατότητες να ξεφύγει από την κρίση, στηριζόμενη εν πρώτοις στον πρωτογενή τομέα με τη μεταποίηση του, στον τουρισμό, στη ναυτιλία και στις εξαγωγές – όπως άλλωστε έχει τεκμηριωθεί από όλες εκείνες τις χώρες που έχουν ανάλογο μέγεθος με τη δική μας. Αυτό είναι το μυστικό τους, το οποίο οφείλουμε να μιμηθούμε – ειδικά επειδή η εγχώρια ζήτηση έχει πια καταρρεύσει, οπότε μόνο την ξένη μπορούμε εκμεταλλευτούμε. 

Για να τα καταφέρουμε όμως πρέπει (α) αφενός μεν να ξεφύγουμε από τη θηλιά του χρέους, διαγράφοντας ένα μέρος του και συνδέοντας την εξυπηρέτηση του υπολοίπου με ρήτρα εξαγωγών (όπως εγκρίθηκε άλλωστε στη Γερμανία το 1953, παρά το ότι αιματοκύλισε ολόκληρο τον πλανήτη), (β) αφετέρου να εκπονηθεί επιτέλους ένα σχέδιο ανάπτυξης, στηριζόμενο στις επενδύσεις που αφορούν τον πρωτογενή τομέα και τις εξαγωγές, τον τουρισμό και τη ναυτιλία. 

Μεταξύ άλλων, πρέπει να ενισχυθούν οι εξαγωγικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να μπορέσουν να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητα τους – καθώς επίσης να υπάρξουν τα απαραίτητα επενδυτικά κίνητρα. Για παράδειγμα, να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση τους, να μειωθούν οι συντελεστές φορολογίας μόνο για όσα προϊόντα εξάγονται, να επιδοτηθούν οι διαφημιστικές τους καταχωρήσεις στο εξωτερικό, η συμμετοχή τους στις διεθνείς εκθέσεις κοκ. 

Εκτός αυτού πρέπει να προσεχθούν ιδιαίτερα οι «εθνικοί πρωταθλητές», όπως ονομάζονται οι μεγάλες εγχώριες επιχειρήσεις με εξαγωγικά πλεονεκτήματα – επειδή μπορούν να λειτουργήσουν ως ατμομηχανή για τις υπόλοιπες.

Από τη δική μας πλευρά, ως Πολίτες, οφείλουμε να καταναλώνουμε αποκλειστικά και μόνο ελληνικά προϊόντα – ειδικά τα ξενοδοχεία, τα οποία έτσι θα βοηθούσαν σε μεγάλο βαθμό τις εξαγωγές, αφού οι ξένοι πελάτες τους θα αναζητούσαν τα ελληνικά προϊόντα, όταν θα επέστρεφαν στις πατρίδες τους. 

Επίλογος 

Ολοκληρώνοντας, εάν δεν τα κάνουμε όλα αυτά, παύοντας να περιμένουμε τον από μηχανής θεό ή τον εμπνευσμένο πολιτικό ηγέτη με το μαγικό ραβδί, τότε θα χάσουμε τα σπίτια μας, θα χάσουμε τις καταθέσεις μας, θα χάσουμε το ευρώ, θα χρεοκοπήσουμε και θα καταλήξουμε σκλάβοι χρέους των δανειστών – είλωτες στο διηνεκές, στην ίδια μας την πατρίδα! 

Ειδικά όσον αφορά τη διαγραφή χρέους, πρέπει εμείς να το απαιτήσουμε συλλογικά, με τη βοήθεια μαζικών διαδηλώσεων – αφού κανένας δεν εμπιστεύεται πια τις κυβερνήσεις μας που δεν βλέπουν καν τα αδιέξοδα της πολιτικής της υποτέλειας απέναντι στις δυνάμεις κατοχής. Εύλογα βέβαια, όπως δεν εμπιστεύεται μία τράπεζα έναν χρεοκοπημένο πελάτη της που δεν θέλει να το παραδεχθεί και που υπογράφει σαν ανόητος ότι του ζητάει – απλά και μόνο για να μπορέσει να πάρει ένα νέο δάνειο, με το οποίο θα εξοφλεί μόνο μερικές δόσεις του προηγουμένου! 

Έχουμε ηθική υποχρέωση λοιπόν να διαμαρτυρηθούμε όλοι μαζί, καθώς επίσης να δραστηριοποιηθούμε σαν καταναλωτές, επιχειρηματίες και εργαζόμενοι, όπως και όπου μπορούμε – εάν όχι απέναντι στην πατρίδα μας τότε, τουλάχιστον, απέναντι στα παιδιά μας. 

Ο εξευτελισμός ενός οποιουδήποτε Έθνους από τους δανειστές του, ανεξάρτητα από τα λάθη που πραγματικά το βαραίνουν, έχει τα όρια του – τα οποία, όσον αφορά την Ελλάδα, έχουν ξεπεραστεί προ πολλού. Μπορεί φυσικά να κάνουμε λάθος ή/και να είμαστε υπερβολικοί, αλλά αυτή είναι η άποψη μας – οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να την εκφράσουμε, ελπίζοντας πως κάπου θα βοηθήσει.


Πηγή : https://analyst.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου