MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Υπάρχουν ελπίδες για το μέλλον;

Tο τέλος της ύφεσης στην Ευρωζώνη δεν προήλθε από τη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά από τη σιωπηρή κατάργηση της πολιτικής λιτότητας – με εξαίρεση την Ελλάδα, λόγω των εκλογών του 2015 και της ατυχούς διαπραγμάτευσης

«Εάν παρομοιάσει κανείς την ελληνική οικονομία με μία χαλασμένη μηχανή (με την έννοια πως εμποδίζεται να λειτουργήσει από μία σειρά προβλημάτων, όπως είναι η θεσμική χρεοκοπία, η πολιτική διαφθορά, η διαπλοκή, η έλλειψη σταθερού φορολογικού πλαισίου, η γραφειοκρατία, οι μη ανταγωνιστικοί και υπερβολικά υψηλοί συντελεστές φόρων, η χαμηλή παραγωγικότητα κοκ., ενώ βιώνει συνθήκες Μεγάλης Ύφεσης, όπως είναι η ανεργία, οι χρεοκοπίες, η συνεχής πτώση του ΑΕΠ κλπ.), 

καθώς επίσης το χρήμα ως καύσιμο, τότε αυτοί που υποστηρίζουν πως η λύση είναι η αύξηση της ρευστότητας, είτε από την ΕΚΤ, είτε με την επιστροφή στη δραχμή, είναι σαν να θεωρούν πως η χαλασμένη μηχανή θα λειτουργήσει, εάν την τροφοδοτήσει κανείς με περισσότερη βενζίνη – ενώ η κοινή λογική οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν τροφοδοτήσει κανείς τη μηχανή με κηροζίνη, δεν πρόκειται να λειτουργήσει αλλά, αντίθετα, θα αυξηθούν οι κίνδυνοι να τυλιχθεί στις φλόγες» (Α. Ο.). 

Ανάλυση 

Μία σειρά σοβαρών οικονομολόγων υποστηρίζει σωστά ότι, υπεύθυνες για την κρίση χρέους της Ευρωζώνης είναι οι αγορές (πηγή) – πως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μία κρίση δημοσίου χρέους στο ξεκίνημα της, παρά το ότι εξελίχθηκε σε τέτοια. Το τεκμηριώνουν δε τονίζοντας ότι, με εξαίρεση την Ελλάδα, δεν οδηγήθηκαν στο μηχανισμό στήριξης εκείνες οι χώρες, οι οποίες διακρίνονταν από υψηλά δημόσια χρέη – όπως το Βέλγιο (100% του ΑΕΠ) και η Ιταλία (120% του ΑΕΠ). 

Αντίθετα, χρειάστηκε να διασωθούν η Ιρλανδία με δημόσιο χρέος της τάξης του 45% του ΑΕΠ της, η Ισπανία με επίσης 45% (γράφημα), η Πορτογαλία με 72% και η Κύπρος με 48,9% – ενώ οι πραγματικοί βασικοί ένοχοι ήταν οι μεγάλες ροές κεφαλαίων εντός της Ευρωζώνης, οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά την ίδρυση της. Οι ροές αυτές, οι οποίες κατευθύνονταν στην αρχή από το κέντρο προς την περιφέρεια, για κερδοσκοπικούς λόγους (υψηλότερα επιτόκια, μεγαλύτερος ρυθμός ανάπτυξης κοκ.), αντιστράφηκαν μετά το 2008 λόγω των φόβων των επενδυτών, εξαιτίας της αμερικανικής κρίσης – με αποτέλεσμα να προκαλέσουν συνθήκες ασφυξίας (παγίδα ρευστότητας) σε πολλά κράτη. Ανάλογες συνθήκες άλλωστε προκάλεσαν την ασιατική κρίση το 1997, καθώς επίσης αρκετές άλλες – οπότε είναι σωστή η αιτιολογία. 


Από την άλλοι πλευρά τώρα, τέσσερις γερμανοί οικονομολόγοι διατύπωσαν μία εντελώς αντίθετη άποψη (πηγή) – ισχυριζόμενοι πως δεν ήταν οι αγορές υπεύθυνες για την κρίση, αλλά τα κράτη

Όπως ανέλυσαν, οι εκροές των κεφαλαίων από την περιφέρεια μετά το 2008 (όπως επίσης εργαζομένων, προϊόντων και υπηρεσιών, λόγω κατάρρευσης του παραγωγικού ιστού) ήταν το αποτέλεσμα των λαθών, καθώς επίσης της κακής εποπτείας και διαχείρισης των κυβερνήσεων – εξαιτίας των οποίων είχαν δημιουργηθεί οι μεγάλες υπερβολές (φούσκες ακινήτων και τραπεζών, αυξήσεις μισθών μεγαλύτερες από την παραγωγικότητα, διόγκωση του κρατικού μηχανισμού, υπερβολικές δημόσιες δαπάνες κοκ.), οι οποίες τελικά οδήγησαν στην κρίση. 

Βέβαια, στην περίπτωση της Ισπανίας και της Ιρλανδίας, σημειώθηκε πράγματι μία υπερβολική αύξηση του ιδιωτικού χρέους, λόγω των μεγάλων ρίσκων που αναλήφθηκαν. Αντί όμως οι γερμανοί οικονομολόγοι να ενοχοποιήσουν τους ιδιώτες επενδυτές, καθώς επίσης τις τράπεζες, οι οποίες χρηματοδότησαν αυτές τις υπερβολές λαμβάνοντας λανθασμένες αποφάσεις, με αποτέλεσμα να θέσουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις των πελατών τους, καθώς επίσης να διασωθούν από τους φορολογουμένους, απέδωσαν τη συνολική ευθύνη στο κράτος – με την έννοια πως δεν έλεγχε σωστά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οπότε επέτρεπε έμμεσα αυτού του είδους τις υπερβολές.

Η ελευθερία απαιτεί υπευθυνότητα 

Περαιτέρω, η άποψη τους αυτή εντυπωσιάζει, αφού ουσιαστικά θεωρούν αποδεκτή και λογική την ανευθυνότητα των αγορών – όπως γενικά αποκαλούνται οι επενδυτές και οι τράπεζες. Δεν δίνουν καθόλου σημασία στο γεγονός ότι, κανένας τραπεζίτης δεν αναγκάσθηκε από το κράτος να δανείσει χρήματα, ενώ κανένας επενδυτής δεν υποχρεώθηκε να τοποθετήσει τα κεφάλαια του σε ζημιογόνα εγχειρήματα – όπως πολύ σωστά επισημαίνει ένας άλλος γερμανός οικονομολόγος. 

Φυσικά θα ήταν χρήσιμη μία καλύτερη ρύθμιση και εποπτεία των αγορών, αλλά δεν θα ήταν ασφαλώς αρκετή για να αποφευχθούν οι υπερβολές – ενώ προφανώς δεν αθωώνει τους τραπεζίτες. Εδώ χρησιμοποιείται πολύ σωστά το παράδειγμα, σύμφωνα με το οποίο ένας οδηγός αυτοκινήτου που οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα προκαλώντας ένα ατύχημα, δεν μπορεί να κατηγορήσει το κράτος – θεωρώντας το υπεύθυνο, επειδή δεν τοποθέτησε στο συγκεκριμένο δρόμο μία πινακίδα ανωτάτου ορίου ταχύτητας. 

Ειδικά όσον αφορά την ελευθερία, την οποία πάντοτε διεκδικούν οι αγορές και όχι μόνο, όλοι γνωρίζουν πως προϋποθέτει ή/και συνοδεύει την υπευθυνότητα των ανθρώπων για τις πράξεις τους – κάτι που έχει συγκεκριμενοποιηθεί ως εξής από τον πατέρα του καθαρού φιλελευθερισμού, τον F.A. Hayek: 

«Η ελευθερία δεν σημαίνει μόνο ότι, ο άνθρωπος έχει τόσο τη δυνατότητα, όσο και το βάρος των επιλογών του – σημαίνει επίσης πως θα πρέπει να έχει την ευθύνη των συνεπειών της συμπεριφοράς του, αποδεχόμενος τόσο τον έπαινο, όσο και την κριτική, κυρίως δε τη μομφή και την τιμωρία. 

Η ελευθερία και η υπευθυνότητα αποτελούν δύο αδιαχώρητες έννοιες. Μία ελεύθερη κοινωνία μπορεί τότε μόνο να λειτουργεί, καθώς επίσης να διατηρείται, όταν τα μέλη της πιστεύουν ότι, ο κάθε ένας πρέπει να έχει εκείνη την κοινωνική θέση, την οποία αποκτά μέσω των δικών του κόπων και ενεργειών – επίσης όταν αναγνωρίζει πως ο κάθε ένας οφείλει τη θέση του στις δικές του προσπάθειες και πράξεις». 

Στα πλαίσια αυτά, εάν κανείς είναι φιλελεύθερος, δεν πιστεύει δηλαδή πως η κυβέρνηση πρέπει να έχει έναν πατρικό ρόλο στην οικονομία ενός κράτους, δεν μπορεί να θεωρεί υπεύθυνες τυχόν αδυναμίες της για τα προβλήματα που δημιουργούνται στις αγορές – επομένως, δεν είναι ένοχα τα κράτη για τα τεράστια λάθη των αγορών από το 2000 έως το 2008, τα οποία τελικά προκάλεσαν την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. 

Συμπερασματικά λοιπόν δεν οφείλεται στα κράτη η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, όπως πιστεύαμε κάποτε – θεωρώντας σωστά πως τα χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης ο άκρατος δανεισμός που συνόδευσε την ίδρυση της Ευρωζώνης, ήταν αυτά που οδήγησαν στην υπερχρέωση πολλών χωρών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών. 

Υπεύθυνες ήταν οι αγορές, οι οποίες από τη μία πλευρά θέλουν να είναι φιλελεύθερες, οπότε να μην ελέγχονται και να μην ρυθμίζονται από τα κράτη, κερδίζοντας όσο νομίζουν πως δικαιούνται, ενώ από την άλλη απαιτούν να κοινωνικοποιούν τις ζημίες που υφίστανται από τα σφάλματα τους – ενοχοποιώντας τότε τα κράτη για τον ελλιπή έλεγχο τους. 

Ποιά ήταν η αιτία όμως, για την οποία υποχώρησε η κρίση μετά το 2013, με αποτέλεσμα όλα τα κράτη, εκτός της Ελλάδας, να μην χρειάζονται πλέον το μηχανισμό στήριξης; Εκτός αυτού, γιατί μόνο η Ελλάδα παραμένει στο μηχανισμό, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να χρεοκοπήσει ή/και να υποχρεωθεί στην έξοδο της από την Ευρωζώνη; Στα πλαίσια αυτά τα εξής:

Οι αιτίες της υποχώρησης της κρίσης 

Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη (η Ιρλανδία αποτελεί εξαίρεση λόγω της ιδιαιτερότητας της – εξαγωγές σχεδόν ίσες με το 100% του ΑΕΠ της, επειδή είναι εγκαταστημένες οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, αφενός μεν για φορολογικούς λόγους, αφετέρου επειδή έτσι έχουν πρόσβαση στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ χωρίς δασμούς κλπ.), τα καταστροφικά αποτελέσματα της «πειθαρχίας των αγορών», όπου τα κράτη υποχρεώνονταν σε μία τρομακτική δημοσιονομική εξυγίανση, για να μπορούν να δανείζονται με βιώσιμα επιτόκια, σταμάτησαν με τη βοήθεια της ΕΚΤ – όταν ο διοικητής της δήλωσε στα μέσα του 2012 ότι, θα κάνει τα πάντα για να σταθεροποιηθεί η νομισματική ένωση. 

Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να ισορροπήσει τις αγορές ενώ, εάν δεν το είχε κάνει, τότε οι αγορές δεν θα είχαν καταστρέψει μόνο το ευρώ αλλά, επί πλέον, τον εαυτό τους. Σε αντίθεση λοιπόν με αυτά που πιστεύουν αρκετοί, η καλυτέρευση της κατάστασης στην Ευρωζώνη δεν ήταν το αποτέλεσμα της επιτυχημένης δημοσιονομικής εξυγίανσης – ενώ μόνο με τη βοήθεια, καθώς επίσης με την προστασία της ΕΚΤ, μπόρεσε τελικά να αποφευχθεί η υπερβολική λιτότητα. 

Ειδικότερα, το δομικό έλλειμμα της Ευρωζώνης από το 2013 έως το 2015 μειώθηκε συνολικά μόλις κατά 0,3%, σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν (πηγή) – ενώ στην Ισπανία, η οποία θεωρείται ως το πλέον επιτυχημένο παράδειγμα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, το δομικό έλλειμμα αυξήθηκε κατά 0,6%! Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, η Ισπανία είχε το 2015 το δεύτερο μεγαλύτερο έλλειμμα μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, μετά την Ιαπωνία. 

Επομένως, το τέλος της ύφεσης στην Ευρωζώνη δεν προήλθε από την επιτυχημένη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά από μία σιωπηρή αλλαγή της οικονομικής πολιτικής – μέσω της οποίας σταμάτησε η προ-κυκλική λιτότητα των ετών 2010 – 2013.

Εξαίρεση αποτελεί δυστυχώς μόνο η Ελλάδα, στην οποία εφαρμόσθηκε μεν η σιωπηρή αλλαγή το 2014 από την τότε κυβέρνηση (ανάλυση), με αποτέλεσμα να επιστρέψει η χώρα σε πορεία μικρής ανάπτυξης, αλλά σταμάτησε απότομα – λόγω της πολιτικής αστάθειας, των εκλογών που ακολούθησαν, καθώς επίσης της καταστροφικής διαπραγμάτευσης της νέας κυβέρνησης, η οποία επανέφερε ξανά την πατρίδα μας στην τροχιά των μνημονίων. 

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το γράφημα που ακολουθεί – στο οποίο φαίνεται πως η δημοσιονομική πειθαρχία τελείωσε σε όλες τις χώρες στα τέλη περίπου του 2013, με την Ελλάδα να έχει πετύχει τη μεγαλύτερη όλων (μαύρη καμπύλη, από δομικό έλλειμμα περί το -11% το 2010 σε δομικό πλεόνασμα σχεδόν 2% το 2014), μοναδική σχεδόν στα οικονομικά χρονικά. 


Συμπερασματικά λοιπόν η Κύπρος, για παράδειγμα, είχε την τύχη να υπαχθεί στο μηχανισμό τελευταία, λίγο πριν καταργηθεί σιωπηρά η πολιτική λιτότητας με τη βοήθεια της ΕΚΤ – οπότε δεν υποχρεώθηκε σε μία υπερβολική δημοσιονομική εξυγίανση διαρκείας, όπως η πατρίδα μας. Ταυτόχρονα, δεν άλλαξε στο νησί σημαντικά το καθεστώς φορολόγησης και ιδιαίτερα ο χαμηλός συντελεστής φόρου επί των κερδών (12,5%) – παραμένοντας φορολογικός παράδεισος. 

Αντίθετα η Ελλάδα είχε την ατυχία να υπαχθεί πρώτη στο μηχανισμό, έχοντας υποστεί μία απάνθρωπη δημοσιονομική εξυγίανση, συντριπτικά μεγαλύτερη από όλες τις άλλες χώρες – λόγω της ανικανότητας, ανεπάρκειας ή/και ενδοτικής συμπεριφοράς της τότε κυβέρνησης της, όπου δυστυχώς η σημερινή επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λάθη, με τη χώρα μας όμως σε μία πολύ χειρότερη κατάσταση. 

Η επόμενη μεγάλη ατυχία της Ελλάδας ήταν οι εκλογές του 2015, κυρίως όμως η άρνηση του κλεισίματος της αξιολόγησης τότε, καθώς επίσης οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης – λόγω των οποίων δεν συμμετείχε πλέον στη σιωπηρή κατάργηση της πολιτικής λιτότητας που είχε υιοθετηθεί από όλες τις άλλες χώρες. Ως εκ τούτου, είναι σήμερα η μοναδική χώρα που παραμένει στο μηχανισμό στήριξης – κινδυνεύοντας πολύ σοβαρά με την έξοδο της από την Ευρωζώνη, με τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας της, καθώς επίσης με τη χρεοκοπία της.

Επίλογος

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν η κατάσταση στη χώρα μας, ως αποτέλεσμα των τεραστίων λαθών των κυβερνήσεων της, κυρίως όμως της σημερινής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως την κατηγορούμε για πρόθεση ή για δόλο), μπορεί σήμερα να ανατραπεί – αφού έχει προηγηθεί μία σειρά γεγονότων, τα οποία μας έχουν απομονώσει από τα τεκταινόμενα στην υπόλοιπη Ευρωζώνη

Οφείλει όμως η κυβέρνηση, ελπίζοντας να συνεργασθούν προς την κατεύθυνση αυτή όλα τα άλλα κόμματα, ιδιαίτερα η αξιωματική αντιπολίτευση, να το προσπαθήσει – αφού έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την ίση αντιμετώπιση της πατρίδας μας με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης, ενώ η ΕΚΤ φαίνεται πρόθυμη να μας βοηθήσει. Φυσικά δεν θα το κάνει για λόγους ηθικής, αλλά επειδή φοβάται ότι, εάν ανοίξει η πόρτα της εξόδου από τη νομισματική ένωση, πιθανότατα να μην κλείνει μετά – με αποτέλεσμα τη διάλυση της. 

Το μεταναστευτικό πρόβλημα μπορεί να λειτουργήσει επίσης θετικά για τη χώρα μας, όπως το δημοψήφισμα στη Βρετανία και ο κίνδυνος να επιστρέψει η κρίση χρέους της Ευρωζώνης μέσω της Ελλάδας – από την οποία άλλωστε ξεκίνησε το 2010. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως μπορεί ή πρέπει να εκβιαστούν η ΕΚΤ, η Κομισιόν, η Γερμανία ή το ΔΝΤ – αφού οι πιθανότητες να διαλυθεί η Ευρωζώνη, να βυθιστεί ξανά στην ύφεση ή να προβληματιστεί σοβαρά από το μεταναστευτικό δεν είναι τόσο μεγάλες, όσο νομίζουμε. 

Εκτός αυτού, δεν είναι ποτέ καλό να παίζει κανείς με τη φωτιά – ακόμη και αν έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Μπορούμε όμως να απαιτήσουμε τη διαγραφή εκείνου του χρέους, για το οποίο δεν ευθυνόμαστε εμείς, αλλά η πολιτική που μας επιβλήθηκε μετά το 2010 – αρκεί φυσικά να το τεκμηριώσουμε σωστά, πόσο μάλλον όταν όλοι πλέον τάσσονται υπέρ (γερμανικά ινστιτούτα κλπ.), θεωρώντας το απαραίτητο. 

Φυσικά θα πρέπει επιτέλους να υιοθετήσουμε τις σωστές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δεν δρομολογήσαμε ποτέ – έτσι ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει η μηχανή, όταν τροφοδοτηθεί με καύσιμα. Οι μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, καθώς επίσης οι συνεχείς αυξήσεις των φόρων, για να μην ενοχληθεί το πελατειακό κράτος, δεν είναι ούτε μεταρρυθμίσεις, ούτε οδηγούν πουθενά – εάν εξαιρέσουμε την κόλαση. 

Ολοκληρώνοντας, αυτό που θεωρούμε αρκετά σίγουρο είναι το ότι, υπάρχουν ακόμη ελπίδες εξόδου μας από την κρίση – είναι όμως οι τελευταίες, δεν επιτρέπεται να κάνουμε κανένα άλλο λάθος, ενώ δεν έχουμε την πολυτέλεια των εκλογών. Εάν δεν το κατανοήσουμε, καθώς επίσης εάν δεν ενεργήσουμε κατάλληλα, δεν θα μας φταίει πια κανένας άλλος – γεγονός που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, αφού οι ευκαιρίες που έχει μία χώρα στη διάθεση της δεν είναι απεριόριστες.

Υστερόγραφο: Η έξοδος της Ευρωζώνης από την ύφεση μετά το 2013 δεν είναι φυσικά σταθερή, αφού ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει εξαιρετικά χαμηλός (γράφημα) – ενώ τα προβλήματα του ευρώ είναι μεγάλα, επειδή η Γερμανία συνεχίζει να έχει πολύ υψηλά πλεονάσματα, τα οποία προκαλούν αντίστοιχα ελλείμματα στις άλλες χώρες. Μοναδική λύση θεωρείται η δημοσιονομική και πολιτική ένωση της νομισματικής ένωσης – η οποία είναι όμως αρκετά δύσκολη. 


Εν τούτοις, η πρόθεση μονεταρισμού του χρέους εκ μέρους της ΕΚΤ (ανάλυση), εάν πράγματι συμβεί, ίσως λύσει το πρόβλημα της υπερχρέωσης – αν και ο τραπεζικός κλάδος της Ιταλίας, στην οποία τα κόκκινα δάνεια έχουν φτάσει στα 350 δις € ή στο 20% περίπου του ΑΕΠ της, παραμένει ένας παράγοντας μεγάλου ρίσκου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου