MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Η παγκόσμια τραπεζική θύελλα

Το σημερινό σύστημα των χάρτινων νομισμάτων χωρίς αντίκρισμα θα καταρρεύσει νομοτελειακά, προκαλώντας το μεγαλύτερο κραχ στην ιστορία, αλλά όχι τόσο σύντομα, όσο αναμένεται – αν και όσο αργεί, τόσο το χειρότερο

«Ποιό είναι αλήθεια το μεγαλύτερο έγκλημα του πρωθυπουργού; Όχι, δεν είναι το τρίτο μνημόνιο και η πλήρης παράδοση της εθνικής μας κυριαρχίας – μαζί με το ΤΑΙΠΕΔ, τις τράπεζες και τους υδρογονάνθρακες που παραχωρήθηκαν στους δανειστές. 

Είναι η καλλιέργεια της ελπίδας στους Έλληνες, η οποία έκανε πολύ πιο οδυνηρή τη μετέπειτα στυγνή δολοφονία της, από τον ίδιο τον εμπνευστή της. Κατά δεύτερο λόγο η «μητροκτονία» της αριστεράς, σε ελληνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Σχεδόν αδύνατο να του συγχωρεθούν από τους Έλληνες» (Ι.Ι.).
Ανάλυση 

Ανακοινώθηκε πως το ταμείο εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων (ΤΕΚΕ), εξασφαλίζει πλέον τις αποταμιεύσεις των Πολιτών στις ελληνικές τράπεζες, έως το ποσόν των 100.000 € ανά καταθέτη – συνολικά όμως και όχι ανά τράπεζα. Είναι αλήθεια μία καλή είδηση, η οποία παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια στους αποταμιευτές; Ή μήπως σημαίνει πως το κράτος δεν εγγυάται πλέον τις καταθέσεις, αλλά ο συγκεκριμένος οργανισμός που λειτουργεί από το 1995; 

Η απάντηση εξαρτάται προφανώς από τα κεφάλαια που διαθέτει το ΤΕΚΕ – τα οποία, με βάση τον ισολογισμό του, είναι συνολικά, κύρια και πρόσθετα, 4,23 δις € (πηγή, σελίδα 25). Έναντι καταθέσεων της τάξης των 130 δις € δεν είναι λοιπόν τόσο μεγάλα – ειδικά όταν ο τραπεζικός τομέας της χώρας μας, λόγω των συνεχώς αυξανομένων κόκκινων δανείων, δεν είναι από τους υγιέστερους στην Ευρώπη. 

Εν τούτοις, δεν αντιμετωπίζουν μόνο οι ελληνικές τράπεζες προβλήματα, αλλά ολόκληρος ο κλάδος στην Ευρωζώνη – με τις ιταλικές στην κορυφή της πυραμίδας, χωρίς όμως να υστερούν καθόλου οι μεγάλες των άλλων κρατών, όπως της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας. Αυτός είναι ο λόγος που οι μετοχές τους ευρίσκονται σε καθοδική πορεία, ενώ τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS) εκτοξεύονται στα ύψη.

Η αιτία είναι το ότι, οι επενδυτές φοβούνται πως οι τράπεζες δεν θα μπορούν κάποια στιγμή να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους – υπενθυμίζοντας πως οι καταθέσεις είναι ουσιαστικά ένα δάνειο προς το εκάστοτε χρηματοπιστωτικό ινστιτούτο, με όλα τα ρίσκα που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. 

Εύλογα αναρωτιέται κανείς στο σημείο αυτό εάν πρόκειται για τις πρώτες ενδείξεις μίας επερχόμενης κρίσης, όπως αυτή του 2008 – όπου οι τράπεζες βυθίστηκαν στα προβλήματα, επειδή το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών τους στοιχείων επιδεινώθηκε. 

Ειδικότερα, πολλοί δανειολήπτες δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους, ενώ οι τιμές των δομημένων επενδυτικών προϊόντων που είχαν στους ισολογισμούς τους οι τράπεζες κατέρρευσαν – με αποτέλεσμα να συσσωρευτούν ζημίες, οι οποίες απειλούσαν να υπερβούν τα μικρά ίδια κεφάλαια τους, οπότε να χρεοκοπήσουν. 

Αμέσως μετά πάγωσαν οι αγορές παροχής δανείων, οπότε οι τράπεζες δεν μπορούσαν να αναχρηματοδοτήσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους – ενώ το κραχ αποφεύχθηκε τελικά με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών, υπό την ηγεσία της Fed, οι οποίες μείωσαν δραστικά τα επιτόκια και αύξησαν πυροσβεστικά την παροχή χρημάτων (QE). 

Ορισμένες βέβαια χρειάστηκε να διασωθούν από τα κράτη, με χρήματα των Πολιτών τους – το «τρικ» όμως λειτούργησε στο τέλος, αφού οι επενδυτές ανέκτησαν την εμπιστοσύνη τους και άρχισαν ξανά να τοποθετούν τα χρήματα τους στις τράπεζες, με πολύ μικρά επιτόκια. Έκτοτε, τα κράτη προσπαθούν να ελέγξουν αυστηρά τις τράπεζες – υποχρεώνοντας τες να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαια, καθώς επίσης τη ρευστότητα τους, να μην υπερχρεώνονται, να διενεργούν τεστ αντοχής κοκ. 

Οι έλεγχοι τώρα αυτοί έχουν οδηγήσει στη μείωση της κερδοφορίας των τραπεζών, με πολλές από αυτές να παράγουν πλέον ζημίες – όπως η Deutsche Bank και η Credit Suisse πρόσφατα. Επί πλέον, η υιοθέτηση των αρνητικών επιτοκίων εντείνει ακόμη περισσότερο τα προβλήματα τους – καθιστώντας ουσιαστικά το μοντέλο λειτουργίας τους ασύμφορο, άρα άχρηστο (εδώ θα ήθελε προσοχή ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου και της Ιρλανδίας, λόγω της υψηλής «διόγκωσης»). 

Με απλά λόγια, οι προσπάθειες των κρατών να τιθασεύσουν και να ελέγξουν τις τράπεζες είχαν μία ανεπιθύμητη και απρόβλεπτη παρενέργεια: την αδυναμία, καθώς επίσης την απροθυμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν με νέα δάνεια την οικονομία. Αντί αυτού, προτιμούν να τοποθετούν τα κεφάλαια τους βραχυπρόθεσμα στα διεθνή χρηματιστήρια, τα οποία τους υπόσχονται μεγαλύτερα κέρδη και προμήθειες (Bonus) για τα στελέχη τους – προκαλώντας υπερβολές (φούσκες) στις τιμές, με οδυνηρά επακόλουθα για το μέλλον. 

Αυτό δημιουργεί επί πλέον προβλήματα στους δανειολήπτες – στις επιχειρήσεις, στους αγοραστές και κατασκευαστές οικιών, στους καταναλωτές κοκ. Πόσο μάλλον όταν εκείνες οι τράπεζες που διστάζουν να αναλάβουν ρίσκα, είναι όλο και λιγότερο πρόθυμες να αντικαταστήσουν τα παλαιότερα δάνεια τους με νέα, όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμα – με αποτέλεσμα να κορυφώνονται τα προβλήματα των δανειοληπτών, οι οποίοι θεωρούσαν δεδομένη τη συνέχιση του δανεισμού τους εάν παρέμεναν συνεπείς. 

Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα, στην οποία χιλιάδες δάνεια γίνονται πλέον ληξιπρόθεσμα, χωρίς να αντικαθιστώνται – κυρίως επειδή η χώρα μας συνεχίζει να είναι βυθισμένη στην ύφεση, στην ανεργία και στις χρεοκοπίες, ενώ τα εισοδήματα μειώνονται διαρκώς, οπότε οι τράπεζες δεν εμπιστεύονται καθόλου τη δυνατότητα των συνεπών οφειλετών τους να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τα χρέη τους.

Το πρόβλημα του συστήματος 

Περαιτέρω, στο σημερινό μας χρηματοπιστωτικό σύστημα των χάρτινων χρημάτων χωρίς αντίκρισμα (Fiat money), δημιουργούνται αναπόφευκτα προβλήματα, όταν η παροχή δανείων εκ μέρους των τραπεζών επιβραδύνεται – πολύ περισσότερο όταν υποχωρεί. 

Με απλούστερα λόγια, το οικονομικό μας οικοδόμημα που στηρίζεται στην ανάπτυξη, η οποία εξασφαλίζεται μέσω της παροχής πιστώσεων, καθώς επίσης της συνεχούς αύξησης της ποσότητας χρήματος με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών, κλυδωνίζεται – η ουτοπία της διαρκούς ευημερίας χάνεται σταδιακά, η πιστωτική φούσκα εκρήγνυται και η οικονομία καταρρέει. 

Εύλογα λοιπόν οι επενδυτές αποσύρονται μαζικά από τις τράπεζες, οι οποίες πάντοτε προηγούνται στις πτώσεις, όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί – σύμφωνα με το οποίο οι μετοχές τραπεζών που έχουν στα χαρτοφυλάκια τους είναι στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, ενώ η μείωση σε σχέση με τον Ιανουάριο είναι η πλέον αρνητική των τελευταίων δέκα ετών (σε παγκόσμιο επίπεδο).


Συνεχίζοντας, η Ευρωζώνη θα είχε ήδη καταρρεύσει, εάν η ΕΚΤ δεν είχε επέμβει – αγοράζοντας ακόμη και τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών ορισμένων χωρών, όπως της Ιταλίας. Ο στόχος της είναι να σταματήσει τη συρρίκνωση των πιστώσεων των τραπεζών προς την πραγματική οικονομία – καθώς επίσης τη μείωση της ποσότητας χρήματος (ρευστότητα), το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της οποίας «παράγεται» από τις εμπορικές τράπεζες (ανάλυση). 

Για να το επιτύχει όμως θα πρέπει να υιοθετεί συνεχώς δραστικότερα μέτρα – όπως να παρέχει ακόμη μεγαλύτερα δάνεια στις τράπεζες (QE), με πολύ χαμηλότερα επιτόκια. Εν τούτοις, για να καλυτερεύσει τη ρευστότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να αγοράζει όλο και περισσότερα δάνεια ή αξιόγραφα από αυτές – πληρώνοντας με νέα τυπωμένα χρήματα. 

Μόνο και μόνο για να καλύψει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των τραπεζών σε καθημερινή βάση, με ευρώ της «νομισματικής βάσης» (monetary base), η ΕΚΤ θα έπρεπε να αγοράσει χαρτιά συνολικού ποσού άνω των 5 τρις € – άρα να αυξήσει την ποσότητα χρήματος στο ύψος του 50% του δημοσίου χρέους των χωρών της Ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ένα επόμενο πακέτο άνω του 1 τρις € όταν λήξει το πρώτο (Σεπτέμβρης του 2016) – καθώς επίσης η επιτάχυνση του υφιστάμενου το Μάρτιο.

Επί πλέον στα παραπάνω, θα μπορούσαν τα κράτη-μέλη να εκδώσουν ομόλογα, τα οποία θα αγοράζονταν από την ΕΚΤ. Τα καινούργια ευρώ τώρα που θα δημιουργούταν (τυπώνονταν) με αυτόν τον τρόπο, θα είχαν τη δυνατότητα οι εκάστοτε χώρες να τα χρησιμοποιούν για την αύξηση των κεφαλαίων των τραπεζών τους – οπότε αφενός μεν θα εξασφάλιζαν μία νέα κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αφετέρου θα μπορούσαν να τις πιέζουν για την παροχή δανείων στην πραγματική οικονομία.

Με τον τρόπο αυτό όμως θα άνοιγε ο δρόμος για την κρατικοποίηση των τραπεζών της Ευρωζώνης – μια προοπτική που φαίνεται ελκυστική για τις κυβερνήσεις κάποιων χωρών, ενώ η Ελλάδα την έχασε προτιμώντας να ξεπουλήσει τις τράπεζες της σε ιδιώτες, ζημιώνοντας τους φορολογουμένους της με πάνω από 40 δις € (όπου μένει ανοιχτό το θέμα των κρατικών εγγυήσεων, της τάξης των 203 δις €).

Το τέλος του παιχνιδιού; 

Περαιτέρω, οι προβληματισμοί σχετικά με το τέλος του παιχνιδιού στην Ευρώπη, οπότε με το κραχ που θα ακολουθούσε είναι μεν απόλυτα αιτιολογημένοι, αλλά πιθανότατα πολύ πρόωροι. Ο λόγος είναι το ότι τα κράτη, οι τράπεζες και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν κάθε συμφέρον να καταπολεμήσουν τον κίνδυνο – ενώ το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα των χάρτινων χωρίς αντίκρισμα χρημάτων (Fiat money) διαθέτει μία σειρά μέσων και τρόπων, για να μπορέσει να καθυστερήσει κανείς την τελική του κατάρρευση. 

Εν τούτοις, αν και κάτι τέτοιο είναι ευχάριστο για τους επενδυτές, είναι πολύ δυσάρεστο για όλους τους υπόλοιπους. Η αιτία είναι το ότι, όσο περισσότερο διαρκεί η ανάπτυξη που στηρίζεται στις πιστώσεις μέσω της δημιουργίας νέων χρημάτων, τόσο οδυνηρότερες είναι οι οικονομικές ζημίες που προκαλεί – οπότε η «κρίση κάθαρσης» που νομοτελειακά ακολουθεί γίνεται πολύ πιο καταστροφική. Αυτό δεν αφορά μόνο την Ευρωζώνη, αλλά όλες τις άλλες νομισματικές περιοχές του πλανήτη – οι οποίες χρησιμοποιούν επίσης το σύστημα των ακάλυπτων χρημάτων, τα οποία μπορούν να πολλαπλασιάζονται στο διηνεκές. 

Εδώ ακριβώς επικεντρώνεται η συνομωσία των τοκογλύφων (ανάλυση), οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά τους κανόνες του παιχνιδιού – επομένως πότε να παίρνουν θέση και πότε να το εγκαταλείπουν, αφήνοντας το «μουτζούρη» στους απροστάτευτους λαούς. Έτσι κατανοούν πως η ώρα της κρίσης δεν έχει έλθει ακόμη αφού, για παράδειγμα, οι τιμές των μετοχών είναι μεν πανάκριβες, αλλά δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη η φούσκα – η οποία συνήθως εμφανίζεται 6-8 μήνες πριν το εκάστοτε κραχ, όπου οι τιμές στα χρηματιστήρια κλιμακώνονται έως και κατά 80%. 

Ειδικά όσον αφορά την Ευρωζώνη, στην οποία πιθανότατα το ευρώ δεν θα επιβίωνε μετά την κατάρρευση των πιστώσεων των τραπεζών, τις χρεοκοπίες και τα κραχ, ενώ θα είχε πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες επιβίωσης από την πρόκληση πληθωρισμού, μέσω του οποίου μειώνονται ευκολότερα τα χρέη, φαίνεται πιθανότερο να ακολουθηθεί ο δρόμος της εκτύπωσης νέων χρημάτων – άρα συνεχών πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης, χωρίς σταματημό (πληθωρισμός βέβαια σημαίνει αύξηση των τιμών των μετοχών, των ακινήτων, των πολυτίμων μετάλλων κοκ. – ενώ μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων). 

Λογικά λοιπόν τα χρηματιστήρια συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, παρά τις ενδιάμεσες μεγάλες πτώσεις της τάξης των 20-30% το τελευταίο χρονικό διάστημα – οι οποίες είναι προφανώς αδικαιολόγητες, με την έννοια πως τα θεμελιώδη μεγέθη των επιχειρήσεων δεν έγιναν ξαφνικά σε τέτοιο βαθμό χειρότερα. Ούτε η οικονομία είναι τόσο χειρότερη σε σχέση με τα τέλη του 2015 – οπότε η πτώση προέρχεται από τους φόβους εκείνων των επενδυτών που θεωρούν πως έχει σχηματιστεί ήδη μία φούσκα, η οποία θα σπάσει πολύ σύντομα.

Οι χρηματιστηριακές υπερβολές 

Συνεχίζοντας, όταν το καλοκαίρι του 2007 πλησίαζε η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, ο γερμανικός δείκτης (DAX) ήταν στις 8.000 μονάδες – καταρρέοντας τότε ακόμη και κάτω από τις 4.000 μονάδες. Έκτοτε όμως, με ενδιάμεσα διαλλείματα, ξεπέρασε τις 12.000 μονάδες (Απρίλιος του 2015) – όπου ήταν 55% υψηλότερος από την εποχή πριν το ξέσπασμα της κρίσης. 

Αυτό σημαίνει ουσιαστικά πως η αξία των γερμανικών επιχειρήσεων τριπλασιάστηκε μετά το 2008, σε επτά περίπου χρόνια – ενώ όλοι οι αναλυτές προσπαθούν, ως συνήθως εκ των υστέρων, να τεκμηριώσουν αυτές τις ακροβατικές κινήσεις με δήθεν μαθηματικά μοντέλα. Εν τούτοις, το ΑΕΠ της Γερμανίας αυξήθηκε έκτοτε μόλις κατά 5,5%, η παραγωγικότητα των εργαζομένων της κατά 3,4%, ενώ οι επενδύσεις μειώθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό – κατά 7,1% όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί. 


Επομένως, δεν είναι δυνατόν να τριπλασιάστηκε η αξία των επιχειρήσεων, παρά το ότι τα κέρδη τους έχουν αυξηθεί εις βάρος των μισθών των εργαζομένων τους, σε μεγάλο βαθμό (ανάλυση) – λόγω της πολιτικής που υιοθέτησε η Γερμανία το 2000 (ατζέντα 2010). 

Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως η εκτόξευση του δείκτη στις 12.000 μονάδες το 2015 ήταν το ίδιο υπερβολική, με την πρόσφατη κατακόρυφη πτώση του στις 8.800 μονάδες – κάτι που όμως είναι επικίνδυνο, αφού οι επιχειρήσεις διαθέτουν σήμερα περί τα 200 δις € λιγότερα κεφάλαια, σε σχέση με τον Απρίλιο του 2015. 

Αυτό που όμως έχει τελικά σημασία είναι πως οι αγορές έχουν εισέλθει στη γνωστή εποχή των έντονων διακυμάνσεων, καθοδικών και ανοδικών, η οποία συνήθως δημιουργεί τις μεγάλες φούσκες – πολύ περισσότερο σήμερα, επειδή συμμετέχουν στην πυροδότηση τους οι κεντρικές τράπεζες με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ακόμη και αγοράζοντας μετοχές, αφού σύμφωνα με υπολογισμούς έχουν επενδύσει όλες μαζί στα διεθνή χρηματιστήρια το ιλιγγιώδες ποσόν των 30 τρις $.

Επίλογος 

Όπως πολύ σωστά λέγεται, πριν από την τελική κατάρρευση το βουνό των χρημάτων αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα – κάτι που φυσικά μένει να αποδειχθεί στο μέλλον, αφού το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται υποχρεωτικά, ενώ κανένας δεν είναι προφήτης. 

Δεν αυξάνεται όμως μόνο το βουνό των χρημάτων αλλά, επίσης, το βουνό των χρεών σε παγκόσμιο επίπεδο (άρθρο) – γεγονός που έχουμε βιώσει όσο κανένας άλλος λαός στην Ελλάδα, αφού τα ληξιπρόθεσμα ιδιωτικά χρέη από ελάχιστα το 2010, έχουν υπερβεί πλέον τα 200 δις €. Όσον αφορά το δημόσιο χρέος, έχει ξεπεράσει τα επίπεδα πριν τη διαγραφή του (2012) – πλησιάζοντας τα 350 δις € μαζί με την επιβάρυνση του από τις τράπεζες. 

Στο σημείο αυτό, τουλάχιστον κατά την άποψη μας, είναι ακατανόητη η εμμονή των περισσοτέρων πολιτικών παρατάξεων με τα μνημόνια – αφού δεν προκάλεσαν μόνο την κατακόρυφη αύξηση του ιδιωτικού και δημοσίου χρέους αλλά, επίσης, χρεοκοπίες, αύξηση της ανεργίας, πτώση των τιμών των παγίων, πείνα και εξαθλίωση. Ως εκ τούτου, είναι εύλογη η απόγνωση της μεσαίας τάξης – τυχόν κατάρρευση της οποίας θα σημάνει το τέλος της Δημοκρατίας, επειδή αυτή αποτελεί το θεμέλιο λίθο της. 

Οφείλουμε βέβαια να μην είμαστε απαισιόδοξοι, ούτε όσον αφορά τον πλανήτη, ούτε για την Ελλάδα – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως θα αρκούμαστε σε ψευδαισθήσεις, ενώ ασφαλώς δεν ζούμε στον παράλληλο κόσμο της ελληνικής πολιτικής. Κομμάτων που δεν διστάζουν μπροστά σε ψέματα ή σε κενές υποσχέσεις, αρκεί να εξασφαλίζουν τη νομή της εξουσίας – κάτι που έχουμε υποστεί επανειλημμένα, ενώ δεν φαίνεται να αλλάζει ούτε στο μέλλον. 

Πηγή : Analyst Team

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου