MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Η μετά τον Covid εποχή

Είναι ξεκάθαρο πως η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης το 2020 ήταν εντελώς λανθασμένη, ενώ συνεχίζεται ακριβώς η ίδια τους πρώτους μήνες του 2021 – αφού τα τεράστια ελλείμματα που χρηματοδοτήθηκαν με νέα χρέη, οδηγήθηκαν στη στήριξη της κατανάλωσης και του αποτυχημένου τουριστικού μας μοντέλου, αντί στην παραγωγή και στην αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου. Ως εκ τούτου η επόμενη ημέρα θα είναι εφιαλτική – ενώ τα χρήματα του Ταμείου Ανασυγκρότησης είναι αμελητέα μακροοικονομικά. Λογικά λοιπόν η κυβέρνηση είναι τρομοκρατημένη – όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τη στάση του οικονομικού της επιτελείου που γνωρίζει καλά ότι, οδήγησε τη χώρα σε ένα πολύ χειρότερο αδιέξοδο, συγκριτικά με την περίοδο 2004-2009. Δυστυχώς δε, ο πρωθυπουργός έχει επιλέξει το διχασμό και την πόλωση, σκεπτόμενος μόνο την πολιτική του επιβίωση – αδιαφορώντας για τη χώρα και τους Πολίτες της που θα τους επιβληθεί ένα πολύ πιο οδυνηρό μνημόνιο, από ότι στο παρελθόν.


Ανάλυση


Η κρίση της Κορώνα είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική αύξηση του δημοσίου χρέους πολλών χωρών – σημειώνοντας πως η δημοσιονομική πολιτική που ακολούθησαν τα κράτη είχε δύο συνιστώσες: μία μικροοικονομική, καθώς επίσης μία μακροοικονομική. Η μικροοικονομική συνιστώσα χαρακτηρίζεται από το ότι, η κυβέρνηση στηρίζει μαζικά τις εταιρίες και τους εργαζομένους που πλήττονται από την πανδημία και από την καταπολέμηση της – με διάφορους τρόπους, ορισμένοι από τους οποίους δεν οδηγούν σε (άμεσες) δαπάνες ή σε χαμηλότερα έσοδα. Ως εκ τούτου δεν προκαλούν άνοδο των δημοσιονομικών ελλειμμάτων – οπότε ούτε του δημοσίου χρέους.


Πρόκειται, για παράδειγμα, για εγγυήσεις δανείων που δεν εκπίπτουν ή για δάνεια και αγορές μετοχών επιχειρήσεων, μέσω αναπτυξιακών τραπεζών – κάτι που χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την Ευρώπη και την Ιαπωνία, ενώ οι Αγγλοσαξονικές χώρες, με εξαίρεση τη Μ. Βρετανία, αποφεύγουν τέτοιες έμμεσες κρατικές ενισχύσεις (γράφημα). Ως εκ τούτου, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στην Ευρώπη ήταν σημαντικά χαμηλότερα από το συνολικό ποσόν της ενίσχυσης – με θλιβερή εξαίρεση την Ελλάδα, όπου το θηριώδες έλλειμμα των 24,1 δις € που προστέθηκε στο ήδη δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, ήταν περίπου ίσο με τα μέτρα στήριξης της οικονομίας.


Επεξήγηση γραφήματος: Κρατική βοήθεια το 2020 ως ποσοστό του ΑΕΠ σε διάφορες χώρες – Με γαλάζιο οι άμεσες μειώσεις των εσόδων και η αύξηση των δαπανών, με μωβ η παροχή ρευστότητας και με γκρίζο τα ελλείμματα των προϋπολογισμών. Από αριστερά κατά σειρά Αυστραλία, Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ισπανία, Μ. Βρετανία, Η.Π.Α. (πηγή)

Συνεχίζοντας, η στήριξη αυτού του είδους είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη στις οικονομίες της ελεύθερης αγοράς – ενώ είναι η ακριβώς αντίθετη από την πολιτική που επιβλήθηκε στην Ελλάδα το 2010, με το έγκλημα των μνημονίων (ανάλυση) και ειδικά με το PSI (πηγή). Δικαιολογείται με το γεγονός ότι, η πανδημία είναι ένα πολύ σοβαρό, εξωγενές και ασύμμετρο σοκ – όπου οι εταιρίες και οι εργαζόμενοι τους δεν αποτυγχάνουν λόγω ενδεχομένως λανθασμένων επιχειρηματικών αποφάσεων ή υψηλών μισθών, αλλά επειδή είχαν την ατυχία να δραστηριοποιούνται σε κλάδους με αυξημένες κοινωνικές επαφές, όπως η εστίαση και το λιανικό εμπόριο που δεν είναι συστημικά σχετικοί.

Ως εκ τούτου, η βοήθεια προς αυτές τις επιχειρήσεις και τους υπαλλήλους τους, δεν αποτελεί μία κλασική επιδότηση – με την έννοια της υποστήριξης μίας μη ανταγωνιστικής παραγωγής και απασχόλησης. Αντίθετα, πρόκειται για μία «ασφαλιστική κάλυψη» που παρέχεται εκ των υστέρων και που δεν χαρακτηρίζεται από ηθικό κίνδυνο (moral hazard) – οπότε δεν είναι αμφιλεγόμενη ούτε από τους φιλελεύθερους οικονομολόγους. Ακόμη περισσότερο, υπάρχουν πολλές προτάσεις για εντατικοποίηση αυτών των μέτρων – επειδή χωρίς αυτά, η ελεύθερη οικονομία θα υποστεί μεγάλες ζημίες.

Όσον αφορά δε τη μακροοικονομική συνιστώσα, πρόκειται για πολιτικές ενίσχυσης της συνολικής ζήτησης – της κατανάλωσης δηλαδή, με την παροχή χρημάτων και διευκολύνσεων στα νοικοκυριά. Στα πλαίσια αυτά, οι δύο συνιστώσες της δημοσιονομικής πολιτικής που ακολούθησαν τα κράτη, φαίνονται στο παρακάτω γράφημα:


Περαιτέρω, η στήριξη από το κράτος με τη μορφή της «ασφαλιστικής κάλυψης» δεν είναι κάτι καινούργιο – αφού συμβαίνει συχνά, όπως στο παράδειγμα των φυσικών καταστροφών τύπου Ιανός (πηγή) κλπ. Τέτοιου είδους όμως ενισχύσεις δεν οδηγούν σε μεγάλα ελλείμματα και χρέη, επειδή προβλέπονται στους εκάστοτε προϋπολογισμούς και δεν πρόκειται για μεγάλα ποσά – κάτι που δεν συμβαίνει με την πανδημία, λόγω των κλειδωμάτων (lockdown) που επέβαλλαν τα κράτη. Εν προκειμένω, εάν δεν επιλεγόταν η αύξηση των ελλειμμάτων, του δανεισμού και του χρέους, θα έπρεπε να μειωθούν οι κρατικές δαπάνες και να αυξηθούν οι φόροι – τονίζουμε ξανά, όπως στην Ελλάδα με την επιβολή των μνημονίων που κατέστρεψαν την οικονομία της.


Η αιτία τώρα που επέλεξαν τα κράτη τη στήριξη της οικονομίας με χρέη, αντί την πολιτική λιτότητας, ήταν ο φόβος εξεγέρσεων και κοινωνικών αναταραχών – ενώ από την πλευρά της μακροοικονομίας πρόκειται για τη σωστή πολιτική. Εν προκειμένω, η παροχή βοήθειας προς τις εταιρίες και τους εργαζομένους τους που πλήττονται από την πανδημία και από τα κλειδώματα, εξασφαλίζει επί πλέον το να μην επηρεασθεί αρνητικά η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες, καθώς επίσης οι θέσεις εργασίας, όσων δεν επηρεάζονται άμεσα από την πανδημία.

Με τον τρόπο αυτό το κράτος ελέγχει τη συνολική ζήτηση, με στόχο να αποτρέψει μία βαθιά ύφεση – με αντίστοιχα μεγάλες απώλειες εισοδημάτων, με την πτώση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, με τραπεζικές κρίσεις που ακολουθούν πάντοτε τέτοιες εξελίξεις κλπ. Πρόκειται εδώ για την καλύτερη απόδειξη της εγκληματικής πολιτικής των μνημονίων που επιβλήθηκε στην Ελλάδα – με όλα τα οδυνηρά επακόλουθα που αναφέραμε παραπάνω.

Εν τούτοις, μετά το τέλος της πανδημίας, είναι πολύ πιθανόν πως οι κρατικές ενισχύσεις θα αξιολογηθούν ως μία κλασική πολιτική επιδοτήσεων – ενώ αρκετές επιχειρήσεις που στηρίχθηκαν από τα κράτη, θα χρεοκοπήσουν. Ταυτόχρονα, θα έλθουν στην επιφάνεια διάφορες παραποιήσεις στατιστικών στοιχείων – όπως στην περίπτωση της Ελλάδας (μάλλον δεν είναι η μοναδική) που ωραιοποίησε το μέγεθος της ύφεσης της μέσω (α) της αναθεώρησης των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ (πηγή) και (β) της πρόσθεσης του αποπληθωρισμού, όπου η ύφεση 9,6% έγινε 8,2%, με αποτέλεσμα αντί να είμαστε η τελευταία χώρα της Ευρώπης, να βρεθούμε στην 5η θέση από το τέλος (γράφημα) εάν συμπεριλάβουμε και τη Μ. Βρετανία.


Εν προκειμένω, πολλά μέτρα θα κριθούν τότε, μετά την πανδημία, ως λανθασμένα – ως τα «καλά χρήματα που ξοδεύθηκαν πίσω από τα κακά», όπως λέγεται όταν δαπανώνται κεφάλαια για να καλύψουν ζημίες, χωρίς καμία προοπτική μελλοντικών κερδών. Για παράδειγμα, η Ελλάδα ξόδεψε 24 δις € και παρ’ όλα αυτά είχε ύφεση ύψους 8,2%, δηλαδή πτώση του ΑΕΠ της κατά 18 δις € με τα παραποιημένα στοιχεία – οπότε, εάν δεν είχε ξοδέψει τα 24 δις €, το ΑΕΠ θα μειωνόταν κατά 42 δις € στα 141 δις € ή περίπου κατά 23% του ΑΕΠ (183 δις € το 2019 με τα αναμορφωμένα στοιχεία).


Από την άλλη πλευρά, υπό την μακροοικονομική οπτική γωνία, η στήριξη μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά μεγάλη, προκαλώντας πληθωρισμό – κάτι που θεωρείται πολύ πιθανόν, ειδικά στις Η.Π.Α. (ανάλυση), μεταξύ άλλων λόγω του πακέτου των 1,9 τρις $ της κυβέρνησης Biden. 
 
Τα σενάρια δημοσιονομικής πολιτικής μετά την πανδημία

Συνεχίζοντας, μετά την πανδημία το επιχείρημα της κρατικής στήριξης εταιριών, εργαζομένων, νοικοκυριών και κλάδων της οικονομίας, δεν θα ισχύει πλέον – οπότε τα μέτρα θα σταματήσουν ξαφνικά, για να αποκατασταθεί η λειτουργία της αγοράς, αφού αφενός μεν δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται στο διηνεκές η οικονομία, αφετέρου δημιουργούνται εταιρίες, κράτη και νοικοκυριά «ζόμπι».

Εκείνη τη στιγμή θα υπάρξουν μεγάλες πολιτικές προκλήσεις – επειδή ορισμένες εταιρίες, μαζί με τους εργαζομένους τους, θα συνεχίσουν πιθανότατα να επιζητούν κρατική στήριξη. Θα υποστηρίξουν λοιπόν πως τα προβλήματα τους οφείλονται στην πανδημία και στα μέτρα, στα μη μέτρα ή στα ημίμετρα που ελήφθησαν τότε – ισχυριζόμενοι πως το κράτος και η κοινωνία έχουν ηθική υποχρέωση να συνεχίσουν να τους βοηθούν.

Εάν τώρα τέτοιου είδους επιχειρήματα είναι λογικά σε μεμονωμένες περιπτώσεις, θα είναι κατανοητή η εν μέρει συμφωνία του κράτους με αυτές τις απαιτήσεις – κάτι που όμως θα επρόκειτο για μία κλασική πολιτική επιδοτήσεων, η οποία ως τέτοια θα έπρεπε να χρηματοδοτείται με παραδοσιακούς τρόπους: με φόρους και με εισφορές.

Η αιτία θα είναι το ότι, μετά το τέλος της πανδημίας θα πάψει να υφίσταται η σύνδεση των μικροοικονομικών και μακροοικονομικών συνιστωσών της δημοσιονομικής πολιτικής – με την έννοια πως η βοήθεια για τα άτομα και για τις επιχειρήσεις, δεν θα μπορεί πλέον να εξομοιωθεί με τη στήριξη της οικονομίας στο σύνολο της. Τότε, οι μικροοικονομικές επιπτώσεις της απώλειας της ζήτησης και των θέσεων εργασίας από μεμονωμένες εταιρίες και τους υπαλλήλους τους που σε κανονικές εποχές χρεοκοπούν, θα είναι αμελητέες – ενώ κάτι ανάλογο θα ισχύει επίσης για τα επί μέρους κράτη της Ευρωζώνης.

Αντίθετα, η μακροοικονομική συνιστώσα της δημοσιονομικής πολιτικής θα παραμείνει αμετάβλητη μετά το τέλος της πανδημίας – αφού θα συνεχίσει να στοχεύει στη σταθεροποίηση της συνολικής ζήτησης, έτσι ώστε να μην υπάρχουν σοβαρές πτώσεις στο ΑΕΠ, υψηλή ανεργία ή/και πληθωρισμός. Θα είναι δε πιθανά τα εξής δύο σενάρια:

(α) Η συνολική οικονομική ζήτηση θα αυξηθεί ραγδαία, επειδή τα νοικοκυριά θα καταναλώνουν συνεχώς περισσότερο και οι εταιρίες θα επενδύουν – οπότε η συνολική προσφορά αγαθών και υπηρεσιών θα αυξάνεται, οι θέσεις εργασίας θα μειώνονται, ενώ οι μισθοί και οι τιμές θα ακολουθούν ανοδική πορεία, με τελικό αποτέλεσμα τη δημιουργία πληθωρισμού.

Ως εκ τούτου θα απαιτηθεί μία έντονα περιοριστική δημοσιονομική πολιτική από την πλευρά της μακροοικονομίας (μειώσεις δημοσίων δαπανών, αυξήσεις φόρων) που, σε συνδυασμό με την αντίστοιχα περιοριστική νομισματική πολιτική (μείωση της ρευστότητας, υψηλότερα επιτόκια), θα επαναφέρει τη μακροοικονομική ισορροπία – με τον περιορισμό της συνολικής ζήτησης. Το δημόσιο χρέος δεν θα αυξάνεται από τα ελλείμματα, αλλά θα μειώνεται από τα πλεονάσματα – λόγω ακριβώς της συγκεκριμένης πολιτικής.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με την εμπειρία της Νέας Ζηλανδίας που η οικονομική της ζωή περιορίσθηκε πολύ λίγο από τα μέτρα του Covid, αφού είχε ελάχιστα κρούσματα και θανάτους, η ιδιωτική κατανάλωση θα επέστρεφε στην εποχή προ της πανδημίας – χωρίς να εμφανίσει μία μεγάλη έκρηξη (πηγή). Εν τούτοις, δεν είναι σίγουρο πως θα συμβεί κάτι ανάλογο παγκοσμίως – εάν ο ιός τεθεί υπό έλεγχο σε ολόκληρο τον πλανήτη.

(β) Η συνολική οικονομική ζήτηση δεν θα αυξηθεί, επειδή οι πληγές που υπέστησαν οι άνθρωποι από την πανδημία θα εμποδίσουν την ανάκαμψη της κατανάλωσης και των επενδύσεων – αφού πολλές επιχειρήσεις και εργαζόμενοι θα προσπαθήσουν προηγουμένως να αντισταθμίσουν τις απώλειες τους, καθώς επίσης να αποπληρώσουν τα χρέη/δάνεια τους, πριν επενδύσουν ή καταναλώσουν (πηγή). Ως εκ τούτου ο πληθωρισμός θα είναι συγκρατημένος – οπότε μακροοικονομικά δεν θα αλλάξουν ούτε η δημοσιονομική, ούτε η νομισματική πολιτική. 
 
Ο προβληματισμός

Περαιτέρω, ορισμένοι προβλέπουν ένα πολιτικό πρόβλημα, ιδιαίτερα στην πρώτη περίπτωση – παρόμοιο με αυτό σε μικροοικονομικό επίπεδο. Δηλαδή, την απομάκρυνση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής από τα σημερινά επίπεδα, με την έννοια του περιορισμού τους – γεγονός που θα οδηγούσε τα υπερχρεωμένα κράτη στη χρεοκοπία τους, λόγω της αύξησης των επιτοκίων και της μείωσης της ρευστότητας (πηγή).

Το πρόβλημα αυτό θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο εντός της Ευρωζώνης – όπου οι εξελίξεις στην κάθε χώρα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές, απαιτώντας διαφορετικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές που είναι αδύνατες. Με δεδομένο δε το ότι, η ελληνική κυβέρνηση έχει στηρίξει όλες τις ελπίδες της στη ραγδαία άνοδο της κατανάλωσης και ειδικά της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού, μάλλον δεν κατανοεί πως πρόκειται για ένα «δίκοπο μαχαίρι» – λόγω των τεράστιων χρεών του δημοσίου και του ιδιωτικού της τομέα που θα ήταν καταστροφικά, στην περίπτωση της παράλληλης με την άνοδο της ζήτησης μείωσης της ρευστότητας και ανόδου των επιτοκίων.

Από την άλλη πλευρά, εάν η συνολική ζήτηση δεν αυξηθεί, εάν προκύψει η δεύτερη περίπτωση δηλαδή, οι κυβερνήσεις δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική – ειδικά τα υπερχρεωμένα κράτη, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Επομένως θα χρεοκοπήσουν πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις τους – προκαλώντας τους μεγάλα πολιτικά προβλήματα. Λογικά λοιπόν, για αυτά τουλάχιστον τα κράτη, η επόμενη ημέρα θα είναι εφιαλτική – είτε με το ένα σενάριο, είτε με το άλλο. 
 
Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, είναι ξεκάθαρο πως η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης το 2020 ήταν εντελώς λανθασμένη, ενώ συνεχίζεται ακριβώς η ίδια τους πρώτους μήνες του 2021 – αφού τα τεράστια ελλείμματα που χρηματοδοτήθηκαν με νέα χρέη, οδηγήθηκαν στη στήριξη της κατανάλωσης και του αποτυχημένου τουριστικού μας μοντέλου, αντί στην παραγωγή και στην αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου. Ως εκ τούτου, η επόμενη ημέρα θα είναι εφιαλτική – ενώ τα χρήματα του Ταμείου Ανασυγκρότησης είναι αμελητέα μακροοικονομικά (ανάλυση).

Λογικά λοιπόν η κυβέρνηση είναι τρομοκρατημένη – όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τη στάση του οικονομικού της επιτελείου που γνωρίζει καλά ότι, οδήγησε τη χώρα σε ένα πολύ χειρότερο αδιέξοδο, συγκριτικά με την περίοδο 2004-2009. Δυστυχώς δε ο πρωθυπουργός έχει επιλέξει το διχασμό και την πόλωση, σκεπτόμενος μόνο την πολιτική του επιβίωση – αδιαφορώντας για τη χώρα και τους Πολίτες της που θα τους επιβληθεί ένα πολύ πιο οδυνηρό μνημόνιο, από ότι στο παρελθόν.
 
 
Πηγή :  https://analyst.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου