MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Ο μύθος των ελλειμμάτων

Η εικόνα αφορά το μυαλό μας και όχι τη χώρα μας 

Από το 1999 έως το 2008 η Ελλάδα γνώρισε μία εξαγωγική έκρηξη, επιτυγχάνοντας ισχυρότατες εξαγωγικές επιδόσεις, οι οποίες δεν συγκρίνονται με κανένα άλλο κράτος – ενώ στην πραγματικότητα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν έως το 2008 περισσότερο πλεονασματικό από αυτό της Γερμανίας. 

«Τα 2018 ήταν χρονιά ρεκόρ για το ύψος του τουριστικού συναλλάγματος το οποίο ανήλθε στα 16,112 δις € έναντι 14,63 δις € το 2017 – σημειώνοντας άνοδο 10,33%. Η άνοδος του τουριστικού συναλλάγματος οφείλεται στην σημαντική αύξηση κατά 10,8% των τουριστικών αφίξεων, οι οποίες ξεπέρασαν τα 30 εκ. 

Το 2018 δεν σημειώθηκε ρεκόρ στο ύψος του ναυτιλιακού συναλλάγματος, ωστόσο λόγω της καλής πέρυσι πορείας της ναυλαγοράς, η ελληνική ναυτιλία πρόσφερε κάτι περισσότερο σε συνάλλαγμα στη χώρα από ότι ο τουρισμός. Το ναυτιλιακό συνάλλαγμα το 2018 ανήλθε στα 16,63 δις € έναντι 14,47 δις € έναν χρόνο πριν – σημειώνοντας άνοδο κατά 14,9%. Έτσι οι εισπράξεις από τη ναυτιλία ήταν αυτή τη χρονιά υψηλότερες από τις τουριστικές – αν και οι δεύτερες κατέγραψαν ιστορικό ρεκόρ ως προς το ύψος τους. Το ιστορικό ρεκόρ για το ναυτιλιακό συνάλλαγμα ήταν το 2008, όταν ανήλθε στα 19,188 δις €. 

Πάντως τόσο οι τουριστικές εισπράξεις όσο και οι εισπράξεις από τις θαλάσσιες μεταφορές, από δυο κλάδους στους οποίους η Ελλάδα πρωταγωνιστεί παγκοσμίως και αποτελούν πηγές ζωής για την ελληνική οικονομία, ήταν δυο παράγοντες σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος ανόδου κατά 1,3 δις € του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών – μία άνοδος που συνέβαλε στον περιορισμό το 2018 του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στα επίπεδα των 5,3 δις € (πηγή).

Ανάλυση 

Αναφερόμενοι στο μύθο που κυκλοφορεί, σύμφωνα με τον οποίο η Ελλάδα ζούσε πάνω από τις δυνατότητες της (ανάλυση), φυσικά δεν ισχυρισθήκαμε πως δεν υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που πραγματικά το έκαναν – αλλά στο μέσον όρο των Ελλήνων, από την οπτική γωνία της μακροοικονομίας. 

Άλλωστε έχουμε τονίσει δεκάδες φορές πως το ιδιωτικό μας χρέος το 2010 ήταν από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη – ενώ οδηγηθήκαμε προδοτικά στο ΔΝΤ και υπέγραψε επίσης προδοτικά η συγκυβέρνηση του 2012 το PSI (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δηλαδή που θέλουν οι Έλληνες ανόητα να ξαναψηφίσουν!), εκμεταλλευόμενη την άγνοια μας στα οικονομικά εάν όχι την ανοησία μας. Αιτία η διαφθορά της πολιτικής εξουσίας, λόγω της οποίας εκβιαζόταν ανέκαθεν οι ελληνικές κυβερνήσεις από τους ξένους – οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά τις δυνατότητες των Ελλήνων και τον πλούτο της χώρας τους. 

Όσο για το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, οφειλόταν και οφείλεται μεταξύ άλλων στην αγορά ξένων προϊόντων αντί ελληνικών που δυστυχώς συνεχίζεται – αφού εισάγαμε το 2018 προϊόντα αξίας 55,129 δις € και εξάγαμε 33,417 δις €, οπότε είχαμε έλλειμμα 21,711 δις € (γράφημα). Επίσης στις ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, οι οποίες αφενός μεν «εξάγουν» τα κέρδη τους στα κράτη που έχουν την έδρα τους ή αλλού, αφετέρου εισάγουν προϊόντα των δικών τους χωρών, όπως για παράδειγμα η LIDL – η οποία μπορεί μεν να απασχολεί Έλληνες εργαζόμενους και να πουλάει αρκετά ελληνικά προϊόντα, αλλά εάν δεν υπήρχε θα ήταν στη θέση της κάποια καθαρά ελληνική εταιρεία. 

Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των ξένων πολυεθνικών εταιρειών, το βασικό τους πλεονέκτημα είναι το μέγεθος και η επέκταση τους σε πολλές χώρες – επίσης η εσωτερική αγορά των κρατών τους, όπως η Γερμανία στο παράδειγμα της LIDL. Ειδικότερα, τους επιτρέπει να υιοθετούν την πολιτική του «τιμολογιακού dumping» όταν δημιουργούν θυγατρικές σε άλλες χώρες – με την έννοια πως «επιδοτούν» τις χαμηλές τιμές στο ξεκίνημα τους για να επικρατήσουν κλείνοντας τους ανταγωνιστές τους, στηριζόμενες στα κέρδη και στο τζίρο (οι τιμές αγοράς εξαρτώνται από τον όγκο των αγοραζομένων προϊόντων) που έχουν στα κράτη τους. 

Περαιτέρω, από την εισαγωγή του κειμένου φαίνεται πόσο σημαντική είναι η ναυτιλία στη χώρα μας, από την οποία το 2018 είχαμε περισσότερη εισροή συναλλάγματος σε σχέση ακόμη και με τον τουρισμό – καθώς επίσης πως οι δύο βασικότεροι κλάδοι της οικονομίας μας σήμερα είναι η ναυτιλία και ο τουρισμός. Την τρίτη θέση θα μπορούσε να καταλάβει η πρωτογενής παραγωγή, στην οποία δυστυχώς οι επιδόσεις μας είναι καταστροφικές – αρκεί να αναφερθεί πως ενώ παράγουμε αγροτικά προϊόντα αξίας περί τα 12 δις € εξάγουμε μόλις 6 δις €, ενώ η Ολλανδία με μέγεθος λιγότερο από το διπλάσιο της Πελοποννήσου αφενός μεν παράγει περισσότερα προϊόντα, περί τα 15 δις €, αφετέρου εξάγει πάνω από 100 δις € (γράφημα). 

Εν τούτοις, όταν αναφερόμαστε στην ελληνική ναυτιλία, αντιμετωπίζουμε μία έντονα αρνητική κριτική – λόγω του ότι οι περισσότεροι ισχυρίζονται πως οι Έλληνες πλοιοκτήτες δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την πατρίδα τους, προτιμούν τις ξένες σημαίες επειδή είναι φθηνότερες, απασχολούν αλλοδαπούς στα πλοία τους, έχουν τα χρήματα τους στο εξωτερικό κοκ. Εκτός του ότι δεν γνωρίζουν το πολύ μεγάλο ύψος του ναυτιλιακού συναλλάγματος, έχουμε την άποψη πως η αιτία αυτής της αντιμετώπισης των εφοπλιστών είναι κυρίως η ζηλοφθονία – η οποία είναι ανέκαθεν το χαρακτηριστικό της «φυλής» μας που δυστυχώς πληρώναμε και πληρώνουμε πανάκριβα. Αντί λοιπόν να χαίρονται οι Έλληνες που η ναυτιλία τους είναι η πρώτη παγκοσμίως (γράφημα), με μερίδιο 50% στην ΕΕ, με αποτέλεσμα να την έχουν απόλυτη ανάγκη και να εξαρτώνται από αυτήν ακόμη και οι Γερμανοί, αντιμετωπίζουν εχθρικά τους πλοιοκτήτες. 

Στα πλαίσια αυτά, εάν δεν αλλάξουμε ριζικά αντιλήψεις, μεταξύ των οποίων αυτές στα σχόλια του άρθρου μας «Η υφαρπαγή της Ελλάδας», παύοντας να θεωρούμε ως λύση των προβλημάτων μας τους ξένους, θα παραμείνουμε γερμανική αποικία στο διηνεκές – μετατρεπόμενοι σε εξαθλιωμένους σκλάβους χρέους που όμως θα είναι ευχαριστημένοι, επειδή δεν θα υπάρχουν κάποιοι συμπατριώτες τους που θα φθονούν! 

Τέλος, είναι επίσης παράλογο να ισχυριζόμαστε πως η Ελλάδα είναι μία μικρή χώρα αφού, εάν συμπεριλάβουμε στη χερσαία τη θαλάσσια έκταση της, η οποία είναι ακόμη πιο πολύτιμη με τον υπόγειο πλούτο που κρύβει σήμερα, θα διαπιστώσουμε πως η πατρίδα μας δεν είναι μικρότερη από τη Γαλλία – οπότε πως μόνο το μυαλό μας είναι μικρό, επειδή θυσιάζουμε το όραμα που θα έπρεπε να έχουμε στο βωμό της ζηλοφθονίας. Προτιμούμε δηλαδή να διώχνουμε τα παιδιά μας στο εξωτερικό και να κακολογούμε τους επιτυχημένους Έλληνες, αντί να μεγαλουργούμε – κάτι που μας καθιστά έρμαιο των εκάστοτε ξένων συμφερόντων. 

Στα πλαίσια αυτά, όταν ξεπουλάμε τα αεροδρόμια μας με σκανδαλώδεις συμβάσεις, όταν θέλουμε να εκποιήσουμε τη ΔΕΗ σημερινής χρηματιστηριακής αξίας 313,2 εκ. € όταν τα πάγια περιουσιακά της στοιχεία είναι πάνω από 15 δις € και η πορτογαλική ΔΕΗ κοστίζει 11,5 δις € επειδή δεν μπορούμε να τη διαχειριστούμε σωστά ή/και να βάλουμε στη θέση τους τους όποιους διεφθαρμένους συνδικαλιστές της, όταν ξεπουλάμε τον ΟΤΕ, τον ΟΠΑΠ, τη Μακεδονία, τα λιμάνια, τα νερά, τη ΔΕΠΑ, τη ΔΕΣΦΑ κοκ., δεν είμαστε αδύναμοι ως χώρα, αλλά άχρηστοι ως κυβερνήσεις και Πολίτες – οπότε για αυτό ακριβώς πρέπει να κακολογούμε τον εαυτό μας και όχι για τη σπατάλη ή τα ελλείμματα μας. 

Ο μύθος της μη ανταγωνιστικότητας 

Συνεχίζοντας τώρα σε έναν επόμενο μεγάλο μύθο, με τον οποίο μας χειραγωγούν, τη μη ανταγωνιστικότητα μας δηλαδή, υπενθυμίζουμε πως παρά τις αντίθετες τοποθετήσεις, η Ελλάδα είναι μία χώρα με έναν πολύ μεγάλο και εξαιρετικά ανταγωνιστικό εξαγωγικό τομέα – εάν τον εξετάσει κανείς από μία εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. 

Ο εμπορικός στόλος της είναι ο μεγαλύτερος και παραγωγικότερος σε ολόκληρο τον πλανήτη, το νούμερο ένα μετά τη δεκαετία του 1970. Την ίδια στιγμή, ο τουρισμός της κατέχει μία εξαιρετικά επιτυχημένη, ισχυρή θέση εντός της Ευρώπης – έχοντας εξελιχθεί μετά το 2000 από μαζικό σε ποιοτικό τουρισμό, με πολύ ανταγωνιστικές τιμές στα ανώτερα, ιδίως δε στα ανώτατα τιμολογιακά επίπεδα. 

Εύλογα βέβαια, αφού καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει τόσα νησιά, τέτοιο φυσικό κάλλος, καθώς επίσης το πλήθος και την ποιότητα των πολιτιστικών της μνημείων – τα οποία είναι ακόμη ανεκμετάλλευτα σε μεγάλο βαθμό. Φυσικά δε ο τουριστικός μας τζίρος θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλότερος, εάν τον αντιμετωπίζαμε ως μία εξειδικευμένη «Boutique» – κάτι που ισχύει επίσης για τον αγροτικό μας τομέα, στον οποίο οι προοπτικές μας είναι εξαιρετικά μεγάλες. 

Περαιτέρω, από το 1999 έως το 2008 η Ελλάδα γνώρισε μία εξαγωγική έκρηξη, όσο καμία άλλη χώρα της δυτικής Ευρώπης, με εξαίρεση μόνο τη Νορβηγία – επιτυγχάνοντας ισχυρότατες εξαγωγικές επιδόσεις, οι οποίες δεν συγκρίνονται με κανένα άλλο κράτος. 

Στην πραγματικότητα δε, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν έως το 2008 περισσότερο πλεονασματικό από αυτό της Γερμανίας, παρά το ότι δεν απεικονιζόταν στα επίσημα στατιστικά στοιχεία – οφειλόμενο κυρίως στη ναυτιλία της, η οποία αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, μετά το 1960.

Η ναυτιλία 

Αναλυτικότερα, οι (λανθασμένες) επίσημες οικονομικές στατιστικές της χώρας, όσον αφορά τη ναυτιλία, δείχνουν μία διαφορετική εικόνα – με ευθύνη κυρίως της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία οργανώνει την παρουσίαση των στοιχείων από πολλά χρόνια (η ΕΛΣΤΑΤ παίρνει απλά τα νούμερα που της δίνονται, τοποθετώντας τα ως έχουν στα δικά της). Η αιτία είναι το ότι ο κλάδος βασίζεται στο δολάριο, τόσο όσον αφορά τα έσοδα, όσο και τα έξοδα του – διατηρώντας παραδοσιακά τραπεζικούς λογαριασμούς στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και στη Γενεύη. 

Έως την εποχή τώρα που υιοθετήθηκε το ευρώ από τη χώρα μας, οι συναλλαγές της ναυτιλίας δεν διενεργήθηκαν σχεδόν ποτέ μέσω των ελληνικών τραπεζών – κυρίως λόγω του ότι, μετά την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας (1929), από το 1932, υπήρξε ένα νομισματικό καθεστώς με άκαμπτους ελέγχους κεφαλαίων, το οποίο παρέμεινε περισσότερο ή λιγότερο ως είχε, μέχρι το 1994. 

Ουσιαστικά λοιπόν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διενεργηθούν διεθνείς κεφαλαιακές συναλλαγές μέσω των ελληνικών τραπεζών – οπότε η Τράπεζα της Ελλάδας έπαψε να καταχωρεί τα έσοδα από τις μεταφορές (κόμιστρα) των πλοίων των Ελλήνων εφοπλιστών, δηλώνοντας τα ως εξαγωγές, αποτελώντας τη μοναδική εξαίρεση συγκριτικά με όλες τις άλλες χώρες. 

Ως εκ τούτου, αυτό που καταχωρούταν από την Ελλάδα έως το 1998 περίπου (πηγή: Bernegger), ήταν μόνο το εσωτερικό κόστος της ναυτιλίας – όπως οι μισθοί, οι καταθέσεις στο συνταξιοδοτικό ταμείο των ναυτικών (ΝΑΤ), οι δαπάνες των γραφείων, οι πληρωμές μερισμάτων εντός της χώρας κλπ. Σε κάθε περίπτωση, τα έσοδα από τις μεταφορές του ελληνικού στόλου (τζίρος) έως το 1998, δεν καταχωρούνταν καθόλου – ούτε στο ισοζύγιο της Ελλάδας, ούτε σε κάποια άλλη χώρα του εξωτερικού. 

Έτσι δημιουργήθηκε το πρόβλημα του «εξαφανισμένου στόλου» (the missing fleet), το οποίο απασχόλησε τη διεθνή στατιστική στον τομέα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, από τη δεκαετία του 1980 – όπου τόσο το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών, όσο και το ΔΝΤ (πηγή) διαπίστωσαν πως τα λανθασμένα στοιχεία του αμερικανικού, καθώς επίσης του παγκόσμιου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οφείλονταν στην ελαττωματική (μη) καταχώρηση των εσόδων από τις θαλάσσιες μεταφορές, κυρίως των Ελλήνων εφοπλιστών. 

Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, το παγκόσμιο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών φαινόταν αρνητικό, παρά το ότι τα πλεονάσματα, καθώς επίσης τα ελλείμματα σε διεθνές επίπεδο, πρέπει να καταλήγουν σε μηδενικό άθροισμα – με το «έλλειμμα» (αρνητικό υπόλοιπο) να τοποθετείται στα 100 δις $ στα έτη 1981 και 1985. Υπεύθυνη δε για τα «ελλείμματα» αυτά θεωρήθηκε η ελληνική ναυτιλία, καθώς επίσης η ναυτιλία του Χονγκ Κονγκ (η κινέζική ναυτιλία θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μελλοντικός ανταγωνιστής της ελληνικής, οπότε θα έπρεπε να προσεχθεί καλύτερα η είσοδος της στον Πειραιά, μέσω της COSCO).

Ναυτιλιακές ιδιαιτερότητες 

Περαιτέρω, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων και της ρευστότητας της ναυτιλίας παρέμενε σε λογαριασμούς δολαρίων στο εξωτερικό, χωρίς ποτέ να εισέρχεται στο κυκλοφοριακό σύστημα της ελληνικής οικονομίας – ενώ, μέχρι το 2002, ακόμη και τα έσοδα από τις επανεπενδύσεις των εφοπλιστών δεν καταγράφονταν, κάτι που άλλαξε μόνο εν μέρει το 2003. 

Σε σχέση γενικότερα τα περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων εφοπλιστών, τα οποία αυξάνονται συνεχώς, παραμένοντας στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους (κρυφά) στο εξωτερικό, δεν καταγράφονται επίσης στις στατιστικές της χώρας μας, όπως συμβαίνει με τα άλλα κράτη (στη θέση «απ’ ευθείας επενδύσεις στο εξωτερικό»). Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, οι οποίες θα συμπεριελάμβαναν φυσικά το ειδικό φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τους Έλληνες εφοπλιστές, καθώς επίσης την αιτία που διατηρούν τα χρήματα τους σε φορολογικούς παραδείσους, από το Μονακό έως τις Βερμούδες (γράφημα, βασική αιτία η έλλειψη εμπιστοσύνης στο κράτος, όπως διαπιστώνεται από τις διάφορες χώρες ), η δυνητική «συνδρομή» της ναυτιλίας στο ΑΕΠ, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ιδίως στα έτη της κατακόρυφης ανόδου των ναυτιλιακών εσόδων (1999 – 2008), υπολογίζεται στα 60 δις $ – τα οποία όμως καταγράφονταν μόλις εν μέρει, κατά 10% έως το 2008, μετά δε κατά περίπου 25%. 

Αν και τα έσοδα αυτά όμως δεν καταγράφονται εξ ολοκλήρου, δεν παύουν να υπάρχουν – οπότε θεωρητικά το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2009, εάν συμπεριελάμβανε κανείς τη ναυτιλία, δεν θα ήταν 341,6 δις $, αλλά περίπου 380 δις $ (αντίστοιχα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών). 

Με δεδομένο όμως το ότι, τα θαλάσσια κόμιστρα μειώθηκαν από το 2008 σχεδόν κατά 90%, κυρίως στα ξηρά φορτία (δείκτης Baltic Dry), ενώ το κόστος του πετρελαίου αυξήθηκε κατακόρυφα, κατανοεί κανείς πως η κρίση κόστισε στην Ελλάδα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη – ενώ το ΑΕΠ της μειώθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό, από το 27% που καταγράφηκε. 

Ο τουρισμός 

Όπως συμβαίνει με τη ναυτιλία, έτσι και τα εξαγωγικά έσοδα του τουρισμού στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, υποτιμούνται σημαντικά – κάτι που δεν οφείλεται στη χώρα μας αυτή τη φορά, αλλά στη διαφοροποίηση της μεθοδολογίας καταγραφής του τζίρου από την παροχή τουριστικών υπηρεσιών, εντός μίας νομισματικής ένωσης, μετά την είσοδο μας στην Ευρωζώνη (2002). 

Τα έσοδα αυτά υπολογίζονται πλέον με δειγματοληπτικές έρευνες που διεξάγονται στους τουρίστες – όπου ερωτώνται για τα μέσα έξοδα τους κατά τη διάρκεια παραμονής στη χώρα μας, για τις τιμές των δωματίων που πλήρωσαν, για το χρόνο που διέμειναν κοκ. Η μέθοδος αυτή (Frontier Travel Survey – FTS) χρησιμοποιείται επίσης σε άλλες χώρες της Ευρώπης – όπου όμως, λόγω προβλημάτων στη στάθμιση των δειγμάτων, δεν απεικονίζει σωστά τη δυναμική του τουρισμού. 

Συγκρίνοντας τώρα κανείς τα εξαγωγικά έσοδα του ελληνικού τουρισμού με άλλες χώρες, σε συνδυασμό με ορισμένους εξειδικευμένους παράγοντες, διαπιστώνει πως αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά το 2000 και την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη – όπως συνέβη με τη ναυτιλία, αφού και οι δύο τομείς είναι εντάσεως κεφαλαίου, το οποίο ήταν πιο εύκολο να αποκτηθεί (δάνεια), καθώς επίσης πιο φθηνό εντός της νομισματικής ένωσης. 

Εν τούτοις, η εξέλιξη αυτή δεν απεικονίζεται σωστά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της ελαττωματικής καταχώρησης των διανυκτερεύσεων, κατά ξενοδοχειακές κατηγορίες. Ειδικότερα, αυτό που χαρακτηρίζει τον ελληνικό τουρισμό μετά το 2000 είναι η ισχυρή ανάπτυξη του στον τομέα των ξενοδοχείων 5 αστέρων (γράφημα) – αφού μόνο αυτός αναπτύχθηκε, με τους άλλους τομείς είτε να είναι στατικοί (4 αστέρια), είτε να μειώνονται (1 έως 3 αστέρια). 

Περαιτέρω, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων έχουν μακράν τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα και κερδοφορία ανά εργαζόμενο – οπότε, η μετατόπιση του κέντρου βάρους του ελληνικού τουρισμού σε αυτήν την κατηγορία, οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση του τζίρου του, παρά το ότι ο αριθμός των τουριστών από το 2000 έως το 2009 δεν παρουσίασε μία ανάλογη άνοδο. 

Εν τούτοις, δεν καταγράφεται στις στατιστικές, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στον αριθμό των επισκεπτών στη χώρα – με αποτέλεσμα να μην αξιολογείται σωστά η συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, η οποία είναι κατά πολύ μεγαλύτερη (αν και λιγότερο από τη ναυτιλία). 

Τα κοινά σημεία της ναυτιλίας και του τουρισμού 

Οι δύο βασικότεροι πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και των εξαγωγών, η εμπορική ναυτιλία, καθώς επίσης ο πολυτελής τουρισμός, είναι εντάσεως κεφαλαίου – πολύ λιγότερο εντάσεως εργασίας, ειδικά η ναυτιλία, η οποία απασχολεί κυρίως εργατικό δυναμικό από φθηνές τρίτες χώρες. 

Επομένως, επηρεάζονται ελάχιστα από το εργατικό κόστος, το οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο από την αρχή η Τρόικα, εξαιτίας της ανικανότητας της (άρθρο) ή λόγω κάποιας άλλης σκοπιμότητας – ενώ, αντίθετα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την προσφορά κεφαλαίων, καθώς επίσης από το κόστος τους (επιτόκια), έχοντας ως εκ τούτου ωφεληθεί τα μέγιστα, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. 

Τυχόν έξοδος της χώρας μας λοιπόν από την Ευρωζώνη θα προκαλούσε μεγάλες ζημίες και στους δύο αυτούς κλάδους – λόγω των ελέγχων στη διακίνηση κεφαλαίων που θα επιβάλλονταν ξανά (οπότε η ναυτιλία θα «μετανάστευε» εξ ολοκλήρου), της δυσκολίας στην εύρεση κεφαλαίων, της αύξησης του κόστους τους (επιτόκια), η οποία θα ήταν καταστροφική για τον ποιοτικό τουρισμό κλπ. 
Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση ενός ενδεχόμενου εθνικού νομίσματος δεν θα πρόσφερε απολύτως τίποτα σε κανέναν από τους δύο αυτούς κλάδους – ειδικά στον τουρισμό, όπως ισχυρίζονται όλοι όσοι δεν γνωρίζουν τη μετατόπιση της Ελλάδας στα πολυτελή ξενοδοχεία, στα οποία οι επισκέπτες δεν επηρεάζονται σχεδόν καθόλου από τις τιμές. 

Επίλογος 

Από τα παραπάνω, καθώς επίσης από πολλές αναλύσεις μας, φαίνεται πως η Ελλάδα, κυρίως λόγω της ναυτιλίας της, προσβλήθηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη χρηματοπιστωτική κρίση που προκλήθηκε από τις Η.Π.Α. το 2008 – συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη, λόγω του συνδυασμού τριών καταστροφικών εξελίξεων: της κατακόρυφης αύξησης της τιμής του πετρελαίου, της παγκόσμιας ύφεσης που προκάλεσε την πτώση των τιμών των θαλασσίων μεταφορών σχεδόν κατά 90%, καθώς επίσης της πιστωτικής στενότητας. 

Εν τούτοις, η χώρα μας δεν γονάτισε κάτω από το βάρος των δυσμενών αυτών παραγόντων, αλλά, κυρίως, από την σκόπιμη υπαγωγή της στο καθεστώς των μνημονίων και της Τρόικας – καθώς επίσης από την απίστευτη ανικανότητα του ΔΝΤ, όσον αφορά τα δήθεν προγράμματα διάσωσης της, συμπεριλαμβανομένου του PSI (αν και επρόκειτο για σκοπιμότητα, όχι για ανικανότητα

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να τα καταφέρει – ακόμη περισσότερο, είναι ικανή να αναδειχθεί κυριολεκτικά στην κορυφαία χώρα της Ευρωζώνης, αρκεί να το θελήσουν πραγματικά οι Έλληνες, παύοντας να πιστεύουν σε μύθους και συνεργαζόμενοι σωστά μεταξύ τους.


Πηγή : https://analyst.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου